Saturday, November 7, 2009

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ: Ο οραματιστής της ποίησης

Υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1949, ο Σικελιανός μετουσίωσε την ποιητική του έκφραση σε μια εκρηκτική διάχυση αισθησιασμού, ευδαιμονίας και αισιοδοξίας, ισορροπώντας ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον μυστικισμό. Ενδεικτικά, οραματίστηκε πρώτος μια οικουμενική αδελφοσύνη βασισμένη στον πολιτισμό...

Ο οραματιστής της ποίησης

Πληθωρικός, οραματιστής, συχνά ρητορικός, πάντοτε ορμητικός και χειμαρρώδης, μεγαλόσχημος και μεγαλειώδης, προκλητικά ελεύθερος να είναι ό,τι ο ίδιος -κάθε φορά- ήθελε στις καθηλωτικές επικολυρικές συμφωνίες του. Είναι από τους ελάχιστους μείζονες ποιητές για τους οποίους παύουν να ισχύουν οι αυστηρές κατατάξεις σε σχολές ή σε ποιητικά ρεύματα. Ελληνοκεντρικός και -με θρησκευτική κατάνυξη- υμνητής της ζωής και της φύσης, προσπάθησε να διερευνήσει τα βαθύτερα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα από τις απόκρυφες λατρείες και τα αρχαιοελληνικά μυστήρια -ιδίως τον ορφισμό.

Ο οραματιστής της ποίησης

Αναγνώρισε έναν μεσσιανικό, θα έλεγε κανείς, ρόλο στον προορισμό του ποιητή, ένα μάλλον προφητικό καθήκον να αποκαλύπτει τη σημασία του παρελθόντος για το σήμερα. Αλλωστε αυτό ακριβώς προσπάθησε να πετύχει με τις περίφημες Δελφικές Γιορτές: Να αποδείξει, δηλαδή, ότι όλα εκείνα που κατόρθωσαν οι αρχαίοι Ελληνες στη φιλοσοφία και την τέχνη μπορούν να λειτουργήσουν αναζωογονητικά ?και σε παγκόσμια κλίμακα? για το εκάστοτε παρόν...

Ο Aγγελος Σικελιανός γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1884, στη Λευκάδα. Ο πατέρας του, Ιωάννης-Δημήτριος, ήταν καθηγητής γαλλικών και η μητέρα του, Χαρίκλεια Στεφανίτση, καταγόταν από αστική οικογένεια και είχε γαλλική παιδεία (είχε μορφωθεί στο Αρσάκειο, στην Αθήνα). Σε αυτές τις οικογενειακές καταβολές πρέπει να αναζητηθεί η περισσή κοινωνική άνεση που διέκρινε σταθερά τον ποιητή. Παρ' όλα αυτά, όμως, η οικονομική κατάσταση των Σικελιανών δεν ήταν ικανοποιητική.

Με την πάροδο των χρόνων έβλεπαν την περιουσία τους να εξανεμίζεται, χρειάστηκε να πουλήσουν την προγονική κληρονομιά και έπειτα ήρθε η πυρκαγιά του παλιού σπιτιού τους. Αλλά αυτές οι αναποδιές ελάχιστα ενδιέφεραν το νεαρό αγόρι, που τρέχοντας εδώ κι εκεί στο νησί, έπεφτε από έκπληξη σε έκπληξη -ένας κήπος, ένα νεογέννητο ζώο, μια ναυαγισμένη βάρκα- όλα τα ανακάλυπτε μες στην έκσταση και του φανέρωναν τα κρυμμένα μυστικά του σύμπαντος. Καταλάβαινε από ένστικτο τη βαθιά τους ενότητα και ήδη ?από τόσο νωρίς? ειδοποιημένος από μια μυστικιστική αίσθηση, επιθυμούσε να συντονίσει τον ρυθμό της ζωής του με τον ρυθμό του κόσμου.

Από την άλλη, ο ψυχισμός του ποιητή επηρεάστηκε σίγουρα και από την πένθιμη οικογενειακή ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά την παιδική του ηλικία: Τη χρονιά που γεννήθηκε πέθαναν τα δύο από τα έξι αδέρφια του. Πάντως, έδειξε έγκαιρα ότι ήταν πολύ ιδιαίτερος: Λένε, μάλιστα, ότι του άρεσε να πηγαίνει νύχτα στο νεκροταφείο για να γεύεται τη σιωπή ?να βυθίζεται σε μια ιεροτελεστία εσωστρέφειας και μοναξιάς. Παράλληλα, στα έντονα ενδιαφέροντά του συγκαταλέγεται και η ποίηση -να διαβάζει και να συνθέτει δικούς του στίχους.

Στο μεταξύ, το 1900, ολοκληρώνει τις γυμνασιακές του σπουδές και οι γονείς του, βλέποντας το ασυνήθιστο ταλέντο του στην αντίληψη και τη χρήση της γλώσσας, τον στέλνουν στην Αθήνα για να φοιτήσει στη Νομική Σχολή, κάτι που δεν το έκανε με συνέπεια. Τα ενδιαφέροντά του ήταν αμιγώς λογοτεχνικά και μελετούσε συστηματικά Ομηρο, Πίνδαρο, ορφικούς και πυθαγόρειους, λυρικούς ποιητές, προσωκρατικούς φιλοσόφους, Πλάτωνα, Αισχύλο αλλά και την Αγία Γραφή και ξένους ποιητές. Είναι, πια, ένας εντυπωσιακής εμφάνισης νέος, με έντονα και έκδηλα πνευματικά ενδιαφέροντα και αυτός ο συνδυασμός τον καθιστά περιζήτητο. Εκείνη την εποχή αναμιγνύεται στην κίνηση του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου για την αναβίωση του ελληνικού θεάτρου ?μια καθοριστική επιλογή για την κατοπινή του εξέλιξη.

Κι αυτό γιατί σε εκείνη τη συγκυρία γνωρίζει (το 1905) την πλούσια Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, η οποία σπούδαζε στο Παρίσι ελληνική αρχαιολογία και χορογραφία. Μια πανέμορφη κοπέλα με ευρύτατη παιδεία που διέκρινε στο πρόσωπο του Αγγελου Σικελιανού όχι μόνον τον άντρα στον οποίο θα μπορούσε να αφιερώσει για πάντα την καρδιά της αλλά και -δυνητικά- έναν μεγάλο ποιητή. «Τον πρωτοείδα σε μια αυλή μακριά από την Αθήνα. Ο Αγγελος έφθασε από το βαπόρι πεζός. Στάθηκε στην αυλή, λεπτός, ξανθός, χλωμός στον ήλιο του Αυγούστου. Αυτό το βράδυ μίλησε πολλή ώρα, και τούτη είναι η υπερηφάνεια μου ότι εγώ, ξένη που ήμουνα, τον αναγνώρισα ?και δεν σάλεψα ποτέ από τη βεβαιότητα ότι άκουα προφητικά λόγια, και για την Ελλάδα, και για τον κόσμο ολόκληρο».

Αλλά και ο ποιητής, όπως αποδείχτηκε, ευνοήθηκε από τη μοίρα γνωρίζοντας μια σπάνια γυναίκα, που έγινε (το 1907) η σύζυγός του και η οποία με την αφοσίωση και τη στοργή της τον βοήθησε να ξεδιπλώσει το ταλέντο του. Και πράγματι, τα χρόνια που ακολούθησαν ο Σικελιανός θα δημιουργούσε έργα τεράστιας εμβέλειας και ακτινοβολίας που -περίπου νομοτελειακά- τον οδήγησαν στην απόλυτη καταξίωση.

Τα επόμενα χρόνια θα πραγματοποιήσουν αρκετά ταξίδια, σε αντιστοιχία πάντα με τον -αξιοζήλευτο για την εποχή- κοσμοπολιτισμό τους, ενώ το 1909 γεννιέται ο γιος τους Γλαύκος και εγκαθίστανται οριστικά στην Αθήνα. Εκείνη την περίοδο, ο Σικελιανός γνωρίζει αρκετούς πνευματικούς ανθρώπους -όπως τον Νίκο Καζαντζάκη και τον διάσημο γλύπτη Ροντέν- και τελικά δημοσιεύει τον «Αλαφροΐσκιωτο»: Μια ποιητική σύνθεση για την οποία ισχυρίστηκε ότι την έγραψε σε μία μόνον εβδομάδα -όταν επισκέφτηκε την Αίγυπτο- και η οποία έμελλε να αναγνωριστεί ως έργο σταθμός στην ιστορία της ελληνικής ποίησης. Αλαφροΐσκιωτος, σύμφωνα με την παράδοση, είναι εκείνος που έχει την έμφυτη ικανότητα να αντιλαμβάνεται τις εκδηλώσεις και τις παρουσίες ενός άλλου κόσμου. Από έναν «αλαφροΐσκιωτο», λοιπόν, δεν περιμένει κανείς παρά μόνον εκπλήξεις και αποκαλύψεις για πράγματα που υπερβαίνουν την κοινή νόηση. Με αυτό το εύρημα, ο ποιητής συνέθεσε ένα σαγηνευτικό εκτενές ποίημα, χωρίς αφηγηματική πλοκή, το οποίο προαναγγέλλει τον ελεύθερο στίχο στα ελληνικά γράμματα και αποθεώνει την ενστικτώδη αρμονία στην οποία βρίσκεται ο ίδιος με τη γενέθλια γη.

Στα επόμενα χρόνια, από το 1909 ώς το 1925, θα δημοσιεύσει πολυποίκιλα ποιήματα και έργα, μεταξύ των οποίων, το Θαλερό, το Παν, τη Συνείδηση της Γης μου, της Φυλής μου, της Γυναίκας, της Πίστης, Το Πάσχα των Ελλήνων. Ολα αυτά απηχούν μια λατρεία για τη φύση και μια ευλάβεια για την αρχαία Ελλάδα, με τον Σικελιανό να μεταμορφώνεται σταδιακά στο πληρέστερο υπόδειγμα του ποιητή προφήτη: Μύθοι, σύμβολα, εικόνες, απόκρυφα μηνύματα, δόγματα, θρησκευτικές ενοράσεις από την ειδωλολατρική και χριστιανική παράδοση ανακαλούνται από την ποιητή για να επιβεβαιώσουν όχι μόνον την κοσμοθεωρητική του διάθεση, αλλά και την τάση του να είναι «αρχηγός» και «λυτρωτής λαών». Πρόκειται για μια μεγαλεπήβολη αντίληψη της «ποιητικής αποστολής» από την οποία, μάλιστα, προέκυψαν μερικά ξεχωριστής σπουδαιότητας έργα και ιδανικά -όπως η περίφημη «Δελφική Ιδέα», με την οποία ο Σικελιανός επιχείρησε να θεμελιώσει την παγκόσμια αδελφοσύνη και να συνθέσει τις αντιθέσεις των λαών στη βάση των πολιτισμικών τους καταβολών. Κάπως έτσι εμπνεύστηκε τις Δελφικές Γιορτές.

Ολόκληρη η δεκαετία του 1920 θα αποτελέσει για το ζεύγος Σικελιανού μια πυρετώδη προετοιμασία για αυτές τις Γιορτές. Για τον σκοπό αυτόν, ο ποιητής, με τη συμπαράσταση και οικονομική στήριξη της γυναίκας του, δίνει περιπαθώς πλήθος διαλέξεων και δημοσιεύει μελέτες και άρθρα. Αλλωστε, οι Δελφικές Γιορτές, που πραγματοποιήθηκαν το 1927 και το 1930, δεν ήταν απλώς μία προσπάθεια αναβίωσης των αρχαίων αθλητικών αγώνων, θεατρικών παραστάσεων και άλλων πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ηταν επίσης και ένα στοίχημα ζωής, προσωπικής και δημιουργικής τελείωσης για τον ποιητή που απέβλεπε στο να ξαναγίνουν οι Δελφοί «ομφαλός της γης», κέντρο μιας παγκόσμιας αμφικτιονίας όπου το πνεύμα του αρχαίου ελληνισμού θα μπορούσε -μέσα από την αναγέννησή του- να αποτελέσει την αφετηρία για την αναζήτηση της ενότητας του παγκόσμιου πνεύματος.

Αλλά ήταν και η πρώτη σοβαρή προσπάθεια παρουσίασης της ελληνικής τραγωδίας στον φυσικό της χώρο, αυτόν του αρχαίου θεάτρου, με έργα του Αισχύλου. Βέβαια, η «Δελφική Ιδέα», εκτός από τις αρχαίες παραστάσεις, περιελάμβανε και ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα που θα επιχειρούσε να συνθέσει τις παραδόσεις όλων των λαών σε έναν ενιαίο μύθο. Σε μια εποχή όπου η ιδέα της εθνότητας ήταν ακλόνητη, ο Αγγελος Σικελιανός ήταν ο πρώτος που οραματίστηκε την προοπτική μιας οικουμενικής ενιαίας συνείδησης, η ιστορική θεμελίωση της οποίας έπρεπε να αναζητηθεί στους αρχαίους πολιτισμούς και τις μυθικές τους παραδόσεις.

Η επιτυχία, πάντως, που γνώρισαν οι Δελφικές Γιορτές και η μεγάλη απήχησή τους, τόσο στην Ελλάδα όσο και το εξωτερικό, είχαν ένα οδυνηρό αποτέλεσμα για το ζεύγος: Περιήλθαν σε δεινή οικονομική κατάσταση. Σε κάθε περίπτωση, οι Δελφοί και το αρχαίο δράμα θα παρέμεναν μια εξαιρετική αμοιβαία εμπειρία, παρά τα όσα θα συνέβαιναν: Οι ερωτικές αναζητήσεις του Σικελιανού εκτός γάμου, ο χωρισμός τους εν έτει 1939 (όταν γνώρισε και ερωτεύτηκε τη δεύτερη σύζυγό του, Αννα Καραμάνη), η οικονομική καταστροφή της Πάλμερ και, αναπόφευκτα, η ύστερη οδυνηρή φτώχεια του ποιητή, μέχρι το τέλος της ζωής του, στις 19 Ιουνίου 1951.

Μαζί του θα έσβηνε και το όνειρο μιας οικουμενικής ουτοπίας που ήθελε τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό να πρωτοστατεί στην αναμόρφωση της σύγχρονης διανόησης. Αλλά ο θάνατος του Σικελιανού σήμανε και το πέρας μιας ολόκληρης εποχής, αφού ήταν ο τελευταίος ποιητής που υπηρέτησε -με θρησκευτική προσήλωση- ένα συναρπαστικό ιδεώδες: Την εξομοίωση της ζωής του με το έργο του, της ποίησης με την πράξη...

Ο Χένρι Μίλερ για τον Σικελιανό


«Σε κάθε έργο του Σικελιανού, επανέρχονται ορισμένες λέξεις ή φράσεις που τον ξεχωρίζουν ως άγγελο του φωτός. Ακόμα και αν σώζονταν μόνον αποσπάσματα των γραπτών του, ακόμη κι αν τα αποσπάσματα αυτά έφταναν ώς εμάς μέσω κάποιας εντελώς άγνωστης γλώσσας, και πάλι θα αντιλαμβανόμασταν το νόημα και τη μεγαλοσύνη του οράματός του. Ως ποιητής, προφήτης οραματιστής, δεν φωτίζει για μας μόνον το μεγαλείο και τη σημασία του παρελθόντος, αλλά και το μεγαλείο και τη σημασία που έχει κάθε στιγμή που περνάει»...

Στην κηδεία του Παλαμά


Οταν ξεκίνησε ο B΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εκφωνεί στο ραδιόφωνο το «Πανανθρώπινο εμβατήριο της Ελλάδας», ενώ γράφει ασταμάτητα για να εμψυχώσει τους μαχητές της Πίνδου και όλο τον ελληνικό λαό. Στα χρόνια της Κατοχής, πάλι, εκδίδει -παράνομα- μια εφημεριδούλα με τίτλο «Ελευθερία». Αλλά είναι τον Φεβρουάριο του 1943, στην κηδεία του Κωστή Παλαμά, που εκφωνεί το ποίημά του «Ηχήστε σάλπιγγες» ενώπιον χιλιάδων Ελλήνων που συγκλονίζονται και τραγουδούν τον εθνικό ύμνο μετατρέποντας την κηδεία του Παλαμά σε μια μεγάλη αντιστασιακή διαδήλωση, μπροστά στα έκπληκτα μάτια και τις κάνες των Γερμανών στρατιωτών...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ, ΕΘΝΟΣ

No comments: