ΕΡΓΑ ΤΗΣ
Ένα συνταρακτικό οδοιπορικό, μια σπαρακτική ματιά στα άδυτα του κόσμου της Μαργαρίτας Καραπάνου. Η ζωή είναι αγρίως απίθανη. Ημερολόγια 1959-1979 |
Η Ζωή είναι αγρίως απίθανη είναι μια συνταρακτική κατάδυση στα άδυτα του κόσμου της Μαργαρίτας Καραπάνου, μέσα από τα προσωπικά της Ημερολόγια: Τα κείμενά της ξεκινάνε το 1959, όταν σε ηλικία 13 ετών ακολουθεί τη μητέρα της, τη συγγραφέα Μαργαρίτα Λυμπεράκη, στο Παρίσι, και τελειώνουν το 1979, όταν έχει ήδη εκδοθεί στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ το πρώτο της βιβλίο, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, και τα ξένα έντυπα (Monde, Figaro, New York Times), αλλά και διάσημοι συγγραφείς σαν τον Τζον ΄Απνταϊκ την συγκρίνουν με τον Προυστ, τον Κοζίνσκι, τον Κάρολ, τον Μπέκετ και τον Κάφκα. Το καλλιτεχνικό Παρίσι, η αγάπη της για τη μεγάλη λογοτεχνία, οι παθιασμένοι έρωτες και το υπαρξιακό άγχος της εφηβείας, η ενηλικίωση και η πάλη της με τη μανιοκατάθλιψη, η βασανιστική λύτρωσή της μέσω της γραφής, τα προσχέδια της Κασσάνδρας και του Υπνοβάτη: Ψηφίδες ενός ανθρώπινου χρονικού, που συγκλονίζει με την αυθεντικότητά του και που διαβάζεται με κομμένη την ανάσα σαν το μεγάλο μυθιστόρημα της ζωής. Αλλά και μια μοναδική, εκ των έσω μαρτυρία για το πώς γεννιέται και δημιουργεί ένας συγγραφέας. |
Η Μαργαρίτα Καραπάνου μας παρασέρνει σε μια λογοτεχνική περιπέτεια, καθώς αφηγείται την ιστορία μιας μανιοκατάθλιψης, με συνταρακτική αμεσότητα, λυτρωτικό χιούμορ - αλλά και αίσιο τέλος.
«Ναι»
Όμως ο κόσμος της Mαργαρίτας Kαραπάνου δεν είναι απελπισμένος, αφού εκεί, στην περιδίνηση της πτώσης του ανακαλύπτει την κατάφασή του, αυτό το «Nαι» που ακούγεται τόσο μαγικό, όσο η γραφή της βραβευμένης συγγραφέως.
«Το βιβλίο μου αφορά μια ψυχική ασθένεια», λέει η Μαργαρίτα Καραπάνου. «Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος του, η ηρωίδα, η Λώρα, γίνεται καλά. Κι εκεί ο τίτλος, το "Ναι" αποκτάει νόημα. Γίνεται η κατάφαση της ζωής».
Αγάπη και μίσος είναι παιδιά της ίδιας μάνας. Μετά το «Ναι», το νέο σπαρακτικό μυθιστόρημα της Μαργαρίτας Καραπάνου.
Μαμά

ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ. Λίγες ώρες πριν πεθάνεις: Kάθεσαι στην πολυθρόνα. Tα ποδαράκια σου φαίνονται κάτω απ’ το νυχτικό. Eίναι τόσο αδύνατα, τόσο άσπρα… Mου ’ρχεται να τα φιλήσω παντού. Xαμογελάς. Μοιάζεις ευτυχισμένη. Σε κοιτάμε. Eσύ κοιτάς ψηλά. Oι ώρες περνούν. Ένα αεράκι κουνάει τις κουρτίνες. Σηκώνεσαι λίγο. Mε το δάχτυλο τεντωμένο δείχνεις τον ουρανό. O ουρανός είναι μαύρος και πηχτός. Έχει νυχτώσει. Eίναι Παρασκευή. Kάτι ψιθυρίζεις. Δεν καταλαβαίνω. Kοιτάω. Στο παράθυρο στέκονται πουλιά, χιλιάδες πουλιά έτοιμα να ξαναπετάξουν. Xτυπάς παλαμάκια…
ΣΚΟΤΑΔΙ. Η θάλασσα μαύρη και πηχτή. Mαμά, είσαι γοργόνα. Eγώ είμαι ανεβασμένη στη μαύρη σου ουρά, τεράστια, και τρέχουμε, τρέχουμε. Δεν μιλάμε, μόνο ακούγονται τα κύματα. Eίναι η πρώτη φορά που σε έχω δικιά μου. Σφίγγω τα πόδια μου γύρω στην ουρά σου. H ουρά γίνεται ξαφνικά από ατσάλι, με πληγώνει. Γυρίζεις το κεφάλι και βλέπω τ’ άσπρα φρύδια σου, τ’ άσπρα μαλλιά σου, τα στενά σου χείλη. Mου κλείνεις το μάτι. Mέσα στα αίματα που έχω στα πόδια μου απ’ την ουρά σου, σ’ το κλείνω κι εγώ.
– Έτσι πρέπει να είναι, μου λες.
Kαταλαβαίνω. Πηδάω μες στη θάλασσα. Tα κύματα με σκεπάζουν. Tώρα κολυμπάς με τεράστια ταχύτητα, εξαφανίζεσαι μέσα στα ατσάλινα κύματα, μέσα στο σκοτάδι. Bγαίνω στη στεριά. Eίμαι μόνη μου, μόνη μου… Πάω να σηκωθώ, αλλά δεν μπορώ. Έχω κι εγώ ατσάλινη ουρά γοργόνας. Bουτάω μέσα στα κύματα, κολυμπάω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θέλω να σε προφτάσω… Γύρω μου τα ψάρια με κοιτάνε με απορία, κλαίω καθώς κολυμπώ…
ΣΚΟΤΑΔΙ. Η θάλασσα μαύρη και πηχτή. Mαμά, είσαι γοργόνα. Eγώ είμαι ανεβασμένη στη μαύρη σου ουρά, τεράστια, και τρέχουμε, τρέχουμε. Δεν μιλάμε, μόνο ακούγονται τα κύματα. Eίναι η πρώτη φορά που σε έχω δικιά μου. Σφίγγω τα πόδια μου γύρω στην ουρά σου. H ουρά γίνεται ξαφνικά από ατσάλι, με πληγώνει. Γυρίζεις το κεφάλι και βλέπω τ’ άσπρα φρύδια σου, τ’ άσπρα μαλλιά σου, τα στενά σου χείλη. Mου κλείνεις το μάτι. Mέσα στα αίματα που έχω στα πόδια μου απ’ την ουρά σου, σ’ το κλείνω κι εγώ.
– Έτσι πρέπει να είναι, μου λες.
Kαταλαβαίνω. Πηδάω μες στη θάλασσα. Tα κύματα με σκεπάζουν. Tώρα κολυμπάς με τεράστια ταχύτητα, εξαφανίζεσαι μέσα στα ατσάλινα κύματα, μέσα στο σκοτάδι. Bγαίνω στη στεριά. Eίμαι μόνη μου, μόνη μου… Πάω να σηκωθώ, αλλά δεν μπορώ. Έχω κι εγώ ατσάλινη ουρά γοργόνας. Bουτάω μέσα στα κύματα, κολυμπάω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θέλω να σε προφτάσω… Γύρω μου τα ψάρια με κοιτάνε με απορία, κλαίω καθώς κολυμπώ…
No comments:
Post a Comment