Saturday, September 27, 2008

Από το σόι στους ανθρώπους

Πόσες παγίδες, με τη μορφή πειρασμών, δεν έκρυβε για τη Μαρίνα Καραγάτση το υλικό αυτού του βιβλίου! Να επενδύσει στη μεγάλη φήμη του πατέρα της, για να τον αγιογραφήσει ή, αντίθετα, για να τον απομυθοποιήσει, εκφράζοντας την πικρία της και εκτονώνοντας τα απωθημένα της. Να εστιάσει σε «προσωπικές μαρτυρίες», που θα τροφοδοτούσαν το λογοτεχνικό κουτσομπολιό, ίσως και να παρήγαν κάποιες υποσημειώσεις σε συγγράμματα ιστορικών της ελληνικής λογοτεχνίας, αλλά ελάχιστο ενδιαφέρον θα είχαν έξω από τους λόγιους κύκλους.
΄Η πάλι- κάτι που θα ήταν ακόμα χειρότερο από όλα αυτά- να στήσει ένα οικογενειακό γαϊτανάκι, από εκείνα που μας σερβίρει σωρηδόν η πεζογραφία μας με τη μορφή κοινωνικών ή αισθηματικών «δραμάτων», αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά τετριμμένες, ανούσιες ιστορίες, που τις κάνει να φαίνονται σημαντικές μόνον η ελληνική εμμονή με το σόι, αυτή την πηγή ατέλειωτων παραπόνων, ταυτόχρονα όμως ταμείο συναισθηματικής ασφάλισης και τελικός προορισμός των όποιων υπαρξιακών αναζητήσεων.
Δεν μπορώ να μην εκφράσω τον θαυμασμό μου για την επιδεξιότητα και τη λεπταισθησία με τις οποίες η Μαρίνα Καραγάτση απέφυγε τέτοιες λούμπες. ΄Ισως ο μεγαλύτερος έπαινος για το βιβλίο της είναι ότι μας κάνει να ξεχάσουμε γρήγορα τον πραγματικό Καραγάτση και μας παρασύρει στη γοητεία μιας αφήγησης που στέκει θαυμάσια από μόνη της, ανεξάρτητα από την ιστορικότητα των χαρακτήρων της. Και ωστόσο, σε σχέση ακριβώς με αυτή την ιστορικότητα, η συγγραφέας είναι ειλικρινής, τολμηρή και δίκαιη, με μια μορφή δικαιοσύνης που πηγάζει από συναισθηματική ωριμότητα και αισθαντική κατανόηση, όχι από μια σπασμωδική προσπάθεια δικαίωσης, με την υποβάθμιση των προσωπικών ελαττωμάτων και τον υπερτονισμό των αρετών, όπως συμβαίνει τόσο συχνά σε τέτοιες περιπτώσεις.
Για να εξηγήσω τι ακριβώς πέτυχε και πώς το πέτυχε η Μαρίνα Κ., πρέπει να μιλήσω κάπως διεξοδικά για τη δομή του βιβλίου της. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο και κατά πολύ μεγαλύτερο τοποθετείται σε «μια ανοιξιάτικη μέρα του 1950» (αυτός είναι και ο τίτλος του) και περιλαμβάνει τρεις αφηγηματικούς μονολόγους: του Καραγάτση, της Λασκαρώς, που είναι η Ανδριώτισσα υπηρέτρια της οικογένειας και παρουσιάζεται να διηγείται τη ζωή της σύμφωνα με μια εν μέρει φανταστική ανάπλασή της από τη 14χρονη τότε Μαρίνα, και τέλος της Ανδριώτισσας γιαγιάς της Μαρίνας, της Μίνας, η οποία ξετυλίγει την ιστορία του αρχοντικού σογιού της σε διάστημα πέντε γενεών. Και στις τρεις αφηγήσεις η παρουσία της ίδιας της Μαρίνας είναι αθόρυβη, περιθωριακή, και τα δικά της συναισθήματα δεν γίνονται ποτέ το επίκεντρο του κειμένου ούτε περιγράφονται, αν και δίνεται διακριτικά στον αναγνώστη η δυνατότητα να τα εικάσει.
Στο δεύτερο μέρος, με έκταση μόλις 27 σελίδων και μορφή θεατρικού μονόπρακτου, τα περισσότερα κύρια πρόσωπα της ιστορίας κάθονται «μια ανοιξιάτικη μέρα του 2006», πεθαμένα πια, στο νησιώτικο «αυλιδάκι» της οικογένειας στον ουρανό και κουβεντιάζουν για τα περασμένα με χαλαρή διάθεση και αμοιβαία πειράγματα. Πότε πότε αναρωτιούνται τι κάθεται και γράφει όλη την ώρα έξω από την αυλίτσα η Μαρίνα, η οποία κάποια στιγμή, ενώ πέφτει το σούρουπο στον ουρανό, τους φωνάζει ότι τέλειωσε το βιβλίο της και δεν θα αργήσει να βρεθεί κοντά τους (σκηνή, βέβαια, πολύ συγκινητική, μέσα σε μια ατμόσφαιρα γαλήνης και αποδοχής). Το κλειδί της επιτυχίας του εγχειρήματος είναι ο χαρακτήρας των τριών μονολόγων. Δεν πρόκειται για τις γνωστές παρλάτες της ελληνικής πεζογραφίας, όπου ένα πρόσωπο διεκτραγωδεί τα βάσανά του προ σπαθώντας να εκβιάσει τη συμπάθεια ενός αόρατου ακροατή και παρουσιάζοντας τον εαυτό του σαν θύμα, που έχει κάθε δίκιο με το μέρος του.
Εδώ τα πρόσωπα, παρόλο που εκθέτουν γεγονότα και καταστάσεις από τη δική τους σκοπιά το καθένα, στέκονται ένα βηματάκι δίπλα από τον εαυτό τους, δείχνουν συχνά σαν να βάζουν ένα ερωτηματικό πίσω από τις απόψεις και την αυτοεικόνα τους, δεν επιχειρούν να κρύψουν τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις τους, ούτε όμως και να τις εκλογικεύσουν ή να τις δραματοποιήσουν. Είναι τρεις ολότελα διαφορετικοί άνθρωποι, που σκέφτονται «φωναχτά» κατά μόνας, με φυσικό τρόπο ομιλίας, σύμφωνο δηλαδή με τον χαρακτήρα, την καταγωγή, την τάξη και την εποχή τους (η νευρώδης καθομιλουμένη του Καραγάτση, η ανδριώτικη διάλεκτος της Λασκαρώς, το παράξενο μείγμα διαλέκτου και καθαρεύουσας της γιαγιάς Μίνας), χωρίς όμως την υστεροβουλία και τις σκοπιμότητες της προφορικής επικοινωνίας, όπου προσπαθούμε πάντα να πετύχουμε ένα ορισμένο αποτέλεσμα στον ακροατή μας. Αυτό, καθώς και η συνειρμική δομή της κάθε ομιλίας, παράγουν μια κάποια ομοιότητα με τον εσωτερικό μονόλογο. Εδώ όμως μιλάει το συνειδητό, που παρουσιάζει τον δικό του τρόπο θέασης και νοηματοδότησης των γεγονότων, και οι τρεις αφηγήσεις συμπληρώνουν η μια την άλλη ή τη φωτίζουν διαφορετικά.
Με αυτή τη μέθοδο, και με οικονομία έκφρασης που δεν συναντάμε συχνά ούτε σε δόκιμους συγγραφείς, η Μαρίνα Κ. ξεδιπλώνει το πανόραμα ενός πολύχρωμου, κυματιστού κόσμου, προϊόντος της διασταύρωσης πολύ ανόμοιων σογιών από γενιά σε γενιά. Από τη μια το σόι του Καραγάτση, που προέκυψε από την ένωση μιας φαμίλιας Πελοποννήσιων πολιτευτών με μια φαμίλια Θεσσαλών μεγαλεμπόρων. Από την άλλη το ανδριώτικο σόι της γυναίκας του Νίκης, οι διάφοροι κλάδοι του οποίου περιλαμβάνουν ξεπεσμένους (όσο και ξιπασμένους) άρχοντες, που είναι περήφανοι για την προτεραιότητα που δίνουν στη μόρφωση, αλλά ημιμαθείς οι ίδιοι, αμόρφωτους αλλά δραστήριους και ικανούς καπετάνιους που γίνονται εφοπλιστές, γιατρούς, δικηγόρους κ.λπ. Η καλλιτεχνική ιδιότητα του Μ. Καραγάτση και της Νίκης Καραγάτση, των γόνων που έκαναν τα δύο σόγια να συμπεθεριάσουν, συμπληρώνει αυτή τη σύνθετη εικόνα της ελληνικής αστικής τάξης στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα. Σαν αντίστιξη, το πληβειακό πεπρωμένο της Λασκαρώς με όλα τα θλιβερά συνακόλουθά του υπενθυμίζει ζωηρά, όχι όμως μελοδραματικά, την άλλη όψη της ελληνικής πραγματικότητας εκείνων των χρόνων.

Αλλά η Μαρίνα Κ. δεν κάνει κοινωνική ανατομία ούτε επιδίδεται σε ψυχογραφήσεις. Η δύναμη και η ουσία του βιβλίου της βρίσκονται στα ολοζώντανα, ζεστά, πλούσια σε αποχρώσεις και γεμάτα ανθρώπινες αντιφάσεις πορτρέτα των «δικών της ανθρώπων». Ο Καραγάτσης, πληθωρικός, εγωπαθής, βίαιος, γυναικάς, αλλά και συναισθηματικά ευάλωτος, γενναιόδωρος και ευθύς· η Νίκη Καραγάτση, με την έμφυτη σεμνότητα και την ήρεμη σταθερότητά της· η γιαγιά Μίνα, νησιώτισσα αστή παλαιών αρχών, αλλά και με συχνά αφοπλιστικό κοινό νου· η προγιαγιά Μόσχα, μητέρα της Μίνας, περήφανη αρχόντισσα, ματαιόδοξη, δυναμική και αυταρχική· ο γαμπρός της Λεωνίδας, πετυχημένος επιχειρηματίας και πολιτευτής, ερωτόληπτος και συνέχεια άπιστος στη γυναίκα του, αλλά πάντα λόγω ειλικρινούς αισθήματος (με την εκάστοτε υπηρέτρια της οικογένειας)· η γυναίκα του Μαρία, ψυχρή καλλονή με πληγωμένη περηφάνια· ο άλλος Λεωνίδας, ο άνδρας της Μίνας, ανοιχτόκαρδος και αχαΐρευτος· ο αδελφός της Νίκης Αντώνης, με τον αδύναμο χαρακτήρα, τον καταπιεσμένο ψυχισμό και την όψιμη επανάστασή του· η Λασκαρώ, με τη συναισθηματική δοτικότητα και αφοσίωση μιας λαϊκής γυναίκας, αλλά και την ικανότητά της να επιβιώνει, άλλοτε με το πείσμα, άλλοτε με την υποχωρητικότητα, ποτέ όμως με την πολυτέλεια να επιμένει στην «αρετή» της.
Όλα αυτά τα πρόσωπα, και πολλά άλλα, η Μαρίνα Κ. τα σκιαγραφεί με κατανόηση, διακριτική τρυφερότητα και, προπαντός, με αίσθηση της ατομικότητάς τους- κάτι σπάνιο στις ελληνικές οικογενειοκεντρικές αφηγήσεις, όπου οι ατομικοί χαρακτήρες χωνεύονται συνήθως μέσα στην άμορφη μάζα του σογιού. Δεν παραιτείται από την κριτική. Η κριτική στάση της εκφράζεται με μια λεπτή ειρωνεία, που αναδύεται από τις αντιφάσεις ανάμεσα στα λόγια και τη συμπεριφορά των ηρώων της, ή πάλι με την εντυπωσιακή απολογία του ερωτύλου Λεωνίδα μπροστά στο οικογενειακό δικαστήριο, η οποία γρήγορα μετατρέπεται σε κατηγορητήριο. Αλλά η συγγραφέας δεν θέλει να βγάλει καμιά τελική ετυμηγορία, με την οποία θα επιχειρούσε να λύσει προσωπικούς λογαριασμούς της. Είναι η ίδια δημιούργημα του κόσμου που μας περιγράφει, είναι όμως και κάτι περισσότερο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του βιβλίου της. Αυτό ακριβώς υποδηλώνει το δεύτερο μέρος, με την επουράνια συνάντηση στο «αυλιδάκι». Παρόλο που λέγεται ότι οι πεθαμένοι δεν έχουν μνήμη, εδώ όλοι θυμούνται πολύ καλά τα πάθη τους, τα παράπονά τους, τους καβγάδες τους, τις αποτυχίες τους, τα μεράκια τους, τις αντιθέσεις τους, έχουν μάλιστα ακόμα τον χαρακτήρα που τα προκάλεσε όλα αυτά. Αλλά τα έχουν ξεπεράσει, τα αναπολούν με χαμόγελο, με θυμοσοφία, με αυτοειρωνεία, πότε πότε με απορία. Και, προπαντός, είναι πάντα μαζί, μονοιασμένοι, και μπορούν να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά «εν ειρήνη».
Ένα αιθέριο άρωμα αγάπης μάς μένει, όταν κλείνουμε το βιβλίο. Και μαζί η αίσθηση της μέθεξης σε μια από τις καλύτερες στιγμές της ελληνικής λογοτεχνίας τα τελευταία χρόνια.

Μαρίνα Καραγάτση
ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΟ Ή
ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
ΑΓΡΑ, ΑΘΗΝΑ 2008. ΣΕΛΙΔΕΣ

No comments: