Monday, June 28, 2010

Ένα ηλεκτρονικό "Πλανόδιον" σε μορφή... Μπονζάι!

 
  • Συνέντευξη στον Σταμάτη Μαυροειδή
    Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010


Μια συζήτηση με τον Γιάννη Πατίλη, για το Διαδίκτυο και την "Αισθητική του μικρού"

Ο ιστότοπος «Ιστορίες Μπονζάι», με τον υπότιτλο «Η αισθητική του μικρού», είναι ένα ιστολόγιο για το μικρό διήγημα του λογοτεχνικού περιοδικού «Πλανόδιον». Πρόκειται για μια λογοτεχνική επιθεώρηση που δημοσιεύει ανέκδοτα διηγήματα έως 750 λέξεις και, ταυτόχρονα, μια διαρκής ανθολογία εν προόδω, που αναδημοσιεύει διηγήματα έως 1.500 λέξεις, τόσο από την ελληνική πεζογραφική παράδοση από την αρχαιότητα έως τις μέρες μας, όσο και από δόκιμες μεταφράσεις από εννέα προς το παρόν γλώσσες, μεταξύ των οποίων τα ιαπωνικά, τα ρωσικά και τα δανέζικα. Το ιστολόγιο συμπληρώνουν πολλά θεωρητικά κείμενα για το διήγημα και μεταφράσεις ελληνικών διηγημάτων στα αγγλικά για τον αγγλόφωνο αναγνώστη. Την έκδοση και επιμέλεια του ιστολογίου έχει ο εκδότης του λογοτεχνικού περιοδικού «Πλανόδιον» ποιητής Γιάννης Πατίλης με τη συνεργασία της πεζογράφου και εικαστικού Ηρώς Νικοπούλου και πλειάδας δόκιμων επαγγελματιών, ακαδημαϊκών και ρεκτών μεταφραστών. Διεύθυνση: http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com

* Έχετε δηλώσει ότι «το διαδίκτυο είναι η πνευματική ουτοπία της ώριμης ανθρωπότητας». Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε τι εννοείτε;

«Ουτοπία» διότι, στο καλύτερο κομμάτι του, εκπληρώνει εν προόδω έναν αδιανόητο πόθο της πολιτισμένης ανθρωπότητας: το απόλυτο μουσείο των γραμμάτων και των τεχνών, υφασμένο και προσβάσιμο δωρεάν απ’ όλους και από παντού. Εάν ο Μπόρχες σοφιζόταν το ασύλληπτο όνειρο του μεγάλου ποιητή και διευθυντή της Αλεξανδρινής Βιβλιοθήκης Καλλίμαχου, αυτό δεν θα ήταν άλλο από τον Παγκόσμιο Ιστό! Ουτοπία δε όχι μόνο πολιτιστική, αλλά και πολιτική: αφού συνιστά έναν παγκόσμιο δημόσιο χώρο ελεύθερης αυτοέκφρασης και αυτοοργάνωσης. Ακόμη, ουτοπία «πνευματική», επειδή αποτελεί το πλέον αποϋλοποιημένο μέσο επικοινωνίας και έκφρασης στην Ιστορία, δίνοντας ωστόσο χώρο για το πνεύμα και στις δύο εκδηλώσεις του: τόσο της σοφίας, του ερευνητικού μόχθου και της καλλιτεχνικής ιδιοφυΐας, όσο και της πλέον ανούσιας επιπολαιότητας και πληκτικής σαχλαμάρας, της κακογουστιάς, του κιτρινισμού και κάποτε της ψυχοπαθούς αλητείας! «Ώριμης» τέλος ανθρωπότητας, διότι ως μέσο το Διαδίκτυο, όπως τουλάχιστον το ξέρουμε σήμερα, συνδυάζει τη μέγιστη ανθρώπινη συνύπαρξη και συμβολική εκφραστική ελευθερία με την ελάχιστη ή και μηδαμινή υλική βία, προς τα άλλα όντα ή το περιβάλλον: πρωτοφανής όσο και αισιόδοξη εξέλιξη στην ιστορία του πιο βίαιου και καταστροφικού είδους του πλανήτη, του ανθρώπου.

* Απόρροια αυτής της άποψης είναι η δημιουργία του ιστολόγιου για το μικρό διήγημα;

Απόρροια της πίστης και του έστω αφελούς ενθουσιασμού μου για τις δυνατότητες του μέσου, πρωτίστως όμως της χρόνιας ενασχόλησής μου μου με τα λογοτεχνικά περιοδικά...

* Αλήθεια, τι σχέση μπορεί να έχει ένα ιστολόγιο με τα γνωστά μας λογοτεχνικά περιοδικά;

Το Διαδίκτυο συνιστά έναν υπερεξελιγμένο τύπο του γουτεμβέργειου σύμπαντος μείον το χαρτί. Κατά περίεργη όσο και ανεπίγνωστη συγκυρία, το δίκτυο «αφομοίωσε» και προ-γουτεμβέργειες πρακτικές: το ρολάρισμα των παπυρικών κυλίνδρων της αρχαιότητας, των ειληταρίων πρωτίστως, και την πλούσια έγχρωμη εικονογράφηση των μεσαιωνικών περγαμηνών κωδίκων, συνδυάζοντάς τα κατά κάποιον τρόπο. Τόσο, ώστε να πιστεύω ότι σε έναν λόγιο του 5ου μ.Χ. αιώνα, όταν ακόμα συνυπήρχαν πάπυροι και κώδικες, θα ήταν περισσότερο οικεία, ως εικόνα εννοείται, μια σύγχρονη ιστοσελίδα με τα παρασελίδια εικονίδιά της και τα σχόλια, παρά ένα βιβλίο τσέπης δίχως εικονογράφηση! Όσο για την καχυποψία πολλών παραδοσιακών εκδοτών προς το νέο μέσο, αυτή οφείλεται, κυρίως, στο ότι η δραστηριότητα σ’ αυτό δεν παρέχει σοβαρά περιθώρια κέρδους... Σ’ αυτό, δηλαδή, το gratuitus, την έως χθες ελλείπουσα διάσταση του ουμανιστικού κινήματος στην πράξη!..

Στην περίπτωσή μου τώρα, συνέλαβα το ιστολόγιο σαν μια συνέχεια του «Πλανόδιου» στα Νέα Μέσα. Προσπάθησα συνειδητά να μεταφέρω με αισθητικά αποδεκτό τρόπο τεχνικές και ήθη του έντυπου κόσμου στον ηλεκτρονικό, γιατί πάνω από όλα μ’ ενδιαφέρει η συνέχεια και η καλλιέργεια της ανάγνωσης και της έκφρασης και όχι το ανερμάτιστο κουτσομπολιό και ο ανεξέλεγκτος αυτοματισμός του γράφω-δημοσιεύω... Ταπεινό και εύπλαστο το μέσο, προσφερόμενο στο φιλοκαλείν μετ’ ευτελείας όταν αυτό επιδιώκεται, μου στοίχισε 300 ευρώ, όταν η ιστοσελίδα της Βουλής των Ελλήνων έφτασε το 1.000.000 !!! (Δεν ντράπηκε να δικαιολογεί τέτοιο σκάνδαλο στον Flash FM ο Πετσάλνικος;!)...

* Είναι γνωστή η έλξη σας προς την αισθητική των “μικρών πραγμάτων”: μικρός τύπος, μικρό διήγημα τώρα... Γιατί αυτός ο προσανατολισμός;

Γιατί πιστεύω στη δράση των ανεξάρτητων προσώπων και των μικρών ομάδων που αντιστέκονται στον γιγαντισμό των συμφερόντων και της επιζητούμενης ηγεμονίας τους στον πολιτισμό. Η αισθητική ενός τόπου δεν αλλάζει με τα χλιδάτα Μέγαρα Μουσικής και τις ακριβοπληρωμένες ερημικές «Μπιενάλε». αλλά με την ευαισθησία του δασκάλου της μουσικής και των εικαστικών στη σχολική τάξη!

* Ονομάσατε το ιστολόγιο για το μικρό διήγημα «Ιστορίες Μπονζάι». Το μπονζάι δεν είναι κάτι αφύσικο, μια ανθρώπινη προσπάθεια διαστροφής της φύσης;

Μια πρώτη αυθόρμητη προσέγγιση έχει οδηγήσει κάποιους φίλους σε παρόμοιες επιφυλάξεις. Αναζητώντας, ωστόσο, πηγές για τη συγκεκριμένη φυτοκομική δραστηριότητα, εύκολα διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για μια πανάρχαια πρακτική των χωρών της Ανατολής, που συχνά συνδέεται με ευγενείς πνευματικές παραδόσεις, όπως είναι ο βουδισμός και το ζεν. Ειδικότερα, στους βουδιστές μοναχούς, συνδέεται με την άσκηση στις αρετές της υπομονής και της συρρίκνωσης των ανθρώπινων ελαττωμάτων της απληστίας και του εγωισμού. Ωστόσο, όπως σημειώνουμε και στην ταυτότητα του ιστολογίου, αυτό που για μας ήταν αρκετό περιοριζόταν στην προφανή αναλογικότητα με τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της μικρής λογοτεχνικής φόρμας του διηγήματος: τη συνοπτικότητα των αφηγηματικών λειτουργιών, την οργανικότητα στη σχέση των μερών προς το σύνολο και τον επιβαλλόμενο συγγραφικό αυτοπεριορισμό.

* Εκτός από το δικό σας διαδικτυακό "παιχνίδι", γιατί πρέπει να ενδιαφέρει το κοινό αυτή η προσπάθεια; Σε τι θα το ωφελήσει;

Ποτέ σε ό,τι έκανα, αν εξαιρέσω το επάγγελμά μου ως εκπαιδευτικός, είτε αυτό ήταν η προσωπική μου λογοτεχνική εργασία, είτε τα έργα του μικρού τύπου, δεν με απασχόλησε η πιθανή ωφέλεια κάποιου τρίτου. Αν στις προσπάθειες αυτές συναντήθηκα με πολλούς, και τώρα στο δίκτυο με ακόμη περισσότερους, είναι διότι μοιράστηκα με αυτούς το ίδιο γούστο, τις ίδιες αξίες πολιτισμού... Πιο εύκολο μου είναι να μιλήσω ως τρίτος για μια παρεμφερή προσπάθεια που με ενέπνευσε και ταυτόχρονα με ωφέλησε: αναφέρομαι στο ιστολόγιο «Παμπάλαιο Νερό» του Κώστα Κουτσουρέλη και της Σοφίας Κολοτούρου. Σπάνιο δείγμα του ποιοτικώς ιστολογείν στον χώρο της λογοτεχνίας. Είμαι σίγουρος ότι το έκαναν από την προσωπική τους αγάπη για την ποίηση και όχι για να ωφελήσουν κάποιους τρίτους. Κι όμως, αν το σκεφτώ ως δάσκαλος, τι εκπληκτικό εργαλείο στα χέρια του ευαίσθητου εκπαιδευτικού για τη διδασκαλία της ποίησης στην τάξη. Ίσως έτσι, και πέραν της προσωπικής απόλαυσης, θα μπορούσε να δει ένας τρίτος και το ιστολόγιο του «Πλανόδιου» για το μικρό διήγημα...

* Το μικρό διήγημα, η σύντομη αφήγηση είναι πυκνή απάντηση στην έλλειψη χρόνου ή μήπως και υποταγή στις σύγχρονες συνθήκες του καταναλωτισμού;

Η μικρή αφηγηματική φόρμα, ως μύθος, ως παραβολή, ως παραμύθι, ως μαρτυρολόγιο, αγιογραφία ή γεροντικό, συνυπήρχε σε ολόκληρη την Ανατολή μαζί με τις μεγάλες αφηγήσεις, τα μεγάλα πασίγνωστα έπη. Στον μοντέρνο κόσμο, από τον 19ο αιώνα, η μικρή φόρμα συνεχίζει να υπάρχει ως το γνωστό μας διήγημα και έχει να κάνει σε πολύ μεγάλο βαθμό με τη ραγδαία εξάπλωση των εφημερίδων και των περιοδικών. Την συντομία επέβαλε η τεχνολογία και η κοινωνική σκοπιμότητα του μέσου. Δεν νομίζω ως προς αυτό ότι έχουν αλλάξει πολλά πράγματα με το Διαδίκτυο. Όπως δεν μπορείς να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα σε μια εφημερίδα ή σε ένα περιοδικό, έτσι δεν είναι εύκολο να το διαβάσεις στημένος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή σου. Αλλά ας μη βιαστούμε διόλου να προδικάσουμε το μέλλον. Η γουτεμβέργεια επανάσταση κράτησε 500 χρόνια κι εμείς ζούμε την πρώτη μισή γενιά της ψηφιακής.

Ζοζέ Σαραμάγκου, ο «αφελής» κομμουνιστής


  • Του Ανταιου Χρυσοστομιδη 
  • Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010
Ο θάνατος του σπουδαίου Πορτογάλου συγγραφέα έγινε είδηση σε όλες τις εφημερίδες του κόσμου - τόση δημοσιότητα είχε να δοθεί σε συγγραφέα από τον θάνατο ενός άλλου νομπελίστα, του Χάρολντ Πίντερ. Κι ίσως να μην είναι απλή σύμπτωση ότι η πολιτική, το πολιτικό τους στίγμα, σφράγισε τα περισσότερα αφιερώματα που γράφτηκαν για τους δύο συγγραφείς. Για τον Πίντερ τονίστηκε η αντιπολεμική του στάση, για τον Σαραμάγκου δόθηκε έμφαση στην κομουνιστική του ταυτότητα.

Η αλήθεια είναι ότι ενώ η πολιτική δράση των δύο συγγραφέων ήταν καθοριστική για τη ζωή τους και την ιδεολογία τους, δεν υπήρξε τόσο καθοριστική για την εξέλιξη του έργου τους. Όσο το έργο του Πίντερ δεν «χωράει» σε εύκολα ιδεολογικοπολιτικά σχήματα (το έργο του δεν είχε καμιά σχέση με τις εύκολες καταγγελίες, αλλά μπήκε βαθιά στα προβλήματα των ανθρώπινων σχέσεων και κυρίως στην έλλειψη επικοινωνίας των ανθρώπων στις σύγχρονες κοινωνίες), άλλο τόσο και το έργο του Σαραμάγκου δεν έχει καμιά σχέση με αυτό που παρήγαγε η κυρίαρχη κομουνιστική ιδεολογία τον εικοστό αιώνα: το έργο του κομουνιστή Σαραμάγκου, ως φόρμα και ως περιεχόμενο, δεν είχε καμιά σχέση ούτε με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ούτε με τις αισιόδοξες ματιές των κομουνιστών συγγραφέων και ποιητών της δυτικής Ευρώπης. Παρέμεινε τόσο αυστηρά προσωπικό, ώστε δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε σχολές και σχήματα.

Βεβαίως -και δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά-, η αριστερή ιδεολογία είναι διαρκώς παρούσα στο έργο του συγγραφέα, αφού όλα έχουν μια οπτική γωνία από την οποία βλέπει κανείς τα πράγματα. Ο αντικληρισμός, για παράδειγμα, του Σαραμάγκου είχε σίγουρα σχέση με την αριστερή του οπτική, αλλά θα μπορούσε να είναι ίδιος και σε κάποιον μη μαρξιστή συγγραφέα που δεν χωνεύει την Εκκλησία, ως οργανωμένο φορέα εκμετάλλευσης των θρησκευτικών αισθημάτων.

Γι' αυτό άλλωστε ο Σαραμάγκου υπήρξε ένας συγγραφέας που αγαπήθηκε πολύ από αριστερούς και μη αριστερούς, από θρησκευόμενους και μη θρησκευόμενους: τα θέματά του, οι αλληγορίες του αφορούν τους πάντες, είναι σύγχρονες ιστορίες που περιγράφουν τη μεγάλη ανθρώπινη περιπέτεια, ένα σύνολο από μύθους που κινούνται σε διαχρονικά διαστήματα.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, αυτό που είναι ίσως το δημοφιλέστερο μυθιστόρημά του, το «Περί τυφλότητας» (μτφρ. Αθηνά Ψυλλιά, εκδ. Καστανιώτης). Η ιστορία είναι απλή όσο και πρωτότυπη: ξαφνικά, σαν από επιδημία, μια σειρά ανθρώπων χάνει το φως της. Οι υγιείς αντιδρούν αμέσως και χωρίς οίκτο, κλείνοντας τους τυφλούς σε ένα είδος κενού κάτεργου, αδιαφορώντας αν αυτοί μπορέσουν ή όχι να επιζήσουν. Εκεί, μέσα σε αυτόν τον μικρόκοσμο των τυφλών ανθρώπων, θα αναπτυχθούν όλες οι -φρικτές- σχέσεις που διέπουν την αντίληψη και την κοινωνία των «υγιών». Στη χειρότερη θέση θα βρεθεί μια ερωτευμένη γυναίκα, η οποία, για να μην εγκαταλείψει τον άντρα της, θα υποκριθεί την τυφλή. Η γυναίκα αυτή θα δει με τα ίδια της τα μάτια την κατάντια του ανθρώπινου γένους, την κατάντια του άντρα που αγαπάει, την κατάντια του ίδιου του εαυτού της. Κι ύστερα, όταν η τυφλότητα θα περάσει και, πάλι ξαφνικά, όλοι θα ξαναβρούν το φως τους, τίποτα γι' αυτήν δεν θα είναι το ίδιο. Κατά κάποιον τρόπο όλοι θα εξακολουθούν να είναι τυφλοί, εκτός από εκείνη, που θα ξέρει.

***
Είχα την τύχη να γνωρίσω από κοντά τον Σαραμάγκου, πριν μερικά χρόνια, στην Πάτρα. Η γνωριμία μας είχε ένα διττό χαρακτήρα: βρισκόμουν εκεί ως εκδότης των βιβλίων του στα ελληνικά, αλλά και ως δημοσιογράφος ο οποίος -μαζί με τη Μικέλα Χαρτουλάρη και τη μόνιμη (και εξαιρετική -απορώ πώς δεν πήρε ακόμα κρατικό βραβείο μετάφρασης) μεταφράστριά του Αθηνά Ψυλλιά- ήθελε να του αφιερώσει μια εκπομπή για την τηλεοπτική σειρά «Οι κεραίες της εποχής μας». Μαζί του ήταν η Πιλάρ, μια όμορφη και έξυπνη γυναίκα στην ηλικία μου (θα μπορούσε, με άλλα λόγια, να ήταν κόρη του), που έζησε μαζί του τα τελευταία 25 χρόνια.

Πώς ήταν ο Σαραμάγκου; Θα έλεγα, παρά τα άφθονα και συχνά χαμόγελά του, ένας μάλλον αυστηρός άνθρωπος. Αυστηρός και σίγουρα όχι εύκολα προσεγγίσιμος - κι αυτή την αίσθηση την είχες ακόμα κι όταν συζητούσες για ώρες μαζί του. Η στάση του αυτή, όμως, δεν είχε ίχνη βεντετισμού, δεν ήταν ο άνθρωπος που καθόταν στον θρόνο του Νόμπελ και απέφευγε τους κοινούς θνητούς. Όχι. Είχε την αυστηρότητα εκείνη που έχουν οι σίγουροι για τις απόψεις τους άνθρωποι - νομίζω ότι είναι πολύ πιο διαλεκτικός στα κείμενά του, παρά στην εικόνα που είδα εγώ.

Ήταν, επίσης, ένας πολύ ερωτευμένος άντρας, με πλήρη συνείδηση της αξίας του αλλά και της ηλικίας του. Μπροστά στην Πιλάρ, ο ογδονταπεντάχρονος αυστηρός άντρας γινόταν μερικές φορές σαν παιδί - τον συνέλαβα μάλιστα μια-δυο φορές να ακκίζεται με τη γυναίκα του, κι αυτή η παιδική πλευρά του χαρακτήρα του, παρότι δεν ταίριαζε στο παρουσιαστικό του (ήταν ένας ψηλός, ευθυτενής ηλικιωμένος άντρας), δεν έμοιαζε παράφωνη, δεν ενοχλούσε: το αντίθετο.

***
Κάναμε πολλές συζητήσεις (μπροστά και πίσω από τις κάμερες) με τον Σαραμάγκου. Θα αναφέρω μια κουβέντα που μου έκανε εντύπωση ακριβώς επειδή δείχνει ότι ο κομουνιστής Σαραμάγκου κράταγε για τον εαυτό του το δικαίωμα μιας μη δογματικής τοποθέτησης στα πράγματα.

Βρισκόμαστε στην αρχαία Ολυμπία. Η κάμερα μας ακολουθεί, αλλά εμείς μιλάμε ελεύθερα, ξέροντας ότι υπάρχει το μοντάζ που κόβει, ράβει, λογοκρίνει αλλά και σώζει καταστάσεις.

Με ρωτάει για το παράξενο αρχαίο όνομά μου (όπως όλοι οι μορφωμένοι ξένοι, ξέρει ποιος είναι ο Ανταίος, πράγμα που ελάχιστοι από τους μορφωμένους ξέρουν στην Ελλάδα). Του εξηγώ ότι ο Σοφιανός, όταν ήταν να γεννηθώ, διάβαζε Στάλιν και είχε σκοντάψει πάνω σε μια φράση του «Πατερούλη» που, εν όψει της αναγκαστικής κολχοζοποίησης, είχε πει ότι οι κομουνιστές πρέπει να είναι σαν τον μυθικό Ανταίο και να αντλούν δύναμη από τη γη. Ο Σαραμάγκου χαμογέλασε και μου είπε: «Η μόνη σχέση που έβλεπε ο Στάλιν για τους κομουνιστές και τη γη ήταν οι κομουνιστές κάτω από τη γη». «Εσύ το λες αυτό;», τον ρώτησα έκπληκτος. «Γιατί; Τι το παράξενο;», με ρώτησε κι εκείνος, με τη σειρά του έκπληκτος. «Γιατί είσαι μέλος του Πορτογαλικού Κ.Κ.», του απάντησα. «Και τι σημαίνει αυτό;», με ξαναρώτησε εκείνος. «Σημαίνει ότι μου κάνει εντύπωση που λες τέτοια πράγματα και ταυτόχρονα έχεις την ταυτότητα ενός από τα δογματικότερα και σταλινικότερα κόμματα του κόσμου», είπα και του διηγήθηκα μερικά παραδείγματα «συντροφικής» στάσης του κόμματός του κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όταν οι Πορτογάλοι κομουνιστές, κάθε φορά που άκουγαν το όνομα «ΚΚΕ Εσωτερικού», γινόντουσαν χειρότεροι κι από τους Σοβιετικούς. «Δεν ξέρω τι μπορεί να συνέβαινε τότε. Αυτό που εγώ ξέρω είναι ότι ποτέ δεν έκρυψα τις απόψεις μου στις κομματικές συνεδριάσεις και ποτέ δεν είχα κανένα πρόβλημα, άρα το κόμμα δεν είναι τόσο δογματικό όσο νομίζεις». «Χαίρω πολύ», του απάντησα, «αυτό έλειπε να δημιουργούσαν προβλήματα σε έναν νομπελίστα!» «Δεν είχα πάρει κανένα Νόμπελ τότε», απάντησε και εκείνη τη στιγμή μου φάνηκε ταυτόχρονα αφελής, πεισμένος γι' αυτό που έλεγε αλλά και έντονα προβληματισμένος.

***
«Πριν από τρία-τέσσερα χρόνια, σε μια συνέντευξη [...] μου βγήκε μια δήλωση που κατόπιν φαντάστηκα πως θα προκαλούσε αναταραχή, διαμάχη, σκάνδαλο (μέχρι αυτού του σημείου έφτανε η αφέλειά μου): «Η αριστερά δεν έχει την παραμικρή ιδέα σε ποιον κόσμο ζει». Στην πρόθεσή μου, εσκεμμένα προκλητική, η αριστερά απάντησε με την πιο παγωμένη σιωπή. Κανένα κομουνιστικό κόμμα, για παράδειγμα, ξεκινώντας απ' αυτό του οποίου είμαι μέλος, δεν βγήκε στις επάλξεις για να αντικρούσει ή απλώς να επιχειρηματολογήσει σχετικά με την καταλληλότητα ή τη μη καταλληλότητα των λέξεων που πρόφερα. Επίσης, κανένα από τα σοσιαλιστικά κόμματα που βρίσκονται στην κυβέρνηση των αντίστοιχων χωρών δεν θεώρησε απαραίτητο να απαιτήσει ένα ξεκαθάρισμα από τον παράτολμο συγγραφέα που τόλμησε να ρίξει μια πέτρα στον μουχλιασμένο βούρκο της αδιαφορίας. Τίποτε απολύτως, σιωπή καθολική, λες και στους ιδεολογικούς τάφους όπου κατέφυγαν δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μόνο σκόνη και αράχνες, ή το πολύ κάποιο αρχαϊκό οστό που δεν έκανε ούτε για ιερό λείψανο πια. Για κάμποσες μέρες αισθάνθηκα αποκλεισμένος από την ανθρώπινη κοινωνία σαν να' χα χολέρα, θύμα κάποιου είδους διανοητικής κίρρωσης όπου τίποτα δεν έβγαζε νόημα. Έφτασα μάλιστα να σκεφτώ πως η συμπονετική κουβέντα που θα κυκλοφορούσε μεταξύ αυτών που σιωπούσαν ήταν περίπου η εξής: «Τον κακομοίρη, τι να περιμένει κανείς σε τέτοια ηλικία;» (Από το βιβλίο του «Το Τετράδιο. Κείμενα που γράφτηκαν για το Blog» που κυκλοφόρησε πριν τρεις μήνες από τον Καστανιώτη σε μετάφραση Αθηνάς Ψυλλιά).

Αυλαία για τον εκδότη που χάριζε µαντινάδες

  • ΚΗΔΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗΣ
Ο εκδότης Μανώλης Μπαρµπουνάκης
Ηταν το πρώτο υπόγειο βιβλιοπωλείο στην Ελλάδα αυτό του Μανώλη Μπαρµπουνάκη, στην οδό Αριστοτέλους. Τις σκάλες του (από το 1964) κατέβηκαν δεκάδες συγγραφείς, δηµοσιογράφοι, αναγνώστες. Ο Μανώλης Μπαρµπουνάκης – µορφή και «θεσµός» για την πόλη της Θεσσαλονίκης και το βι βλίο – πέθανε τα ξηµερώµατα της περασµένης Παρασκευής σε ηλικία 78 ετών.

«Εσβησ’ ο λύχνος κι η νυχτιά / µας σκέπασαν σκοτάδια/ ψάχνουµε φως µα πουθενά/ δε δείχνουν τα σηµάδια». Τις µαντινάδες του τις χάριζε σ’ όλους… Και τις φωτογραφίες του (χόµπι των τελευταίων είκοσι και πλέον ετών) µε επώνυµους και µη τις αναρτούσε στους χώρους του βιβλιοπωλείου, δίπλα απ’ τους αγαπηµένους του παπαγάλους που τον συντρόφευαν στο γραφείο του. Το 1959, ο Μανώλης Μπαρµπουνάκης έφτασε στη Θεσσαλονίκη από το Ρέθυµνο. «Γεννήθηκα στο Ρέθυµνο το 1932. Ηµασταν µια οικογένεια µε επτά παιδιά. Από µικρός µου άρεσαν τα βιβλία και ήταν τύχη µου που γνωρίστηκα µε τον Σταύρο Μπίρη. Ετσι άρχισε, το 1958, η σταδιοδροµία µου στα βιβλία. Υστερα από έναν χρόνο – 1959 – οι εκδότες, ο Γκοβόστης και ο Μπίρης µε έστειλαν ως αντιπρόσωπό τους εδώ στη Θεσσαλονίκη... Ανοιξα το πρώτο µου βιβλιοπωλείο το 1964… Στη ζωή µου γνώρισα πολλούς. Αλλους µικρούς κι άλλους µεγάλους. Αλλοι άξιζαν, άλλοι όχι. Αλλοι µε βοήθησαν και µε βοηθάνε, άλλοι το αντίθετο. Αυτά…». Η κηδεία του έγινε το Σάββατο στη Θεσσαλονίκη.
ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Τα βιβλία ήταν το σπίτι του

  • Εφυγε στα 78 του χρόνια ο βιβλιοπώλης και εκδότης της Θεσσαλονίκης Μανώλης Μπαρμπουνάκης
«Το βιβλίο δεν είναι εμπόρευμα. Είναι μεράκι. Δεν μπορεί να γίνει επικερδής επιχείρηση. Θα σου δώσει μόνο όσα χρειάζεσαι για να ζήσεις. Οποιος περιμένει να βγάλει λεφτά πουλώντας βιβλία, ας κάνει κάτι άλλο».
Αυτό πίστευε ο Μανώλης Μπαρμπουνάκης, που συνέδεσε το όνομά του με το βιβλίο στη Θεσσαλονίκη. Αφησε την τελευταία του πνοή την Παρασκευή το πρωί, στα 78 του χρόνια. Τα 50 απ' αυτά ήταν αφιερωμένα στο βιβλίο. Η κηδεία του έγινε το Σάββατο από την εκκλησία της Νέας Παναγίας.
Γεννήθηκε στις 10 Νοεμβρίου 1932 στα Περιβόλια Ρεθύμνου Κρήτης και το 1959 εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε ως πλασιέ βιβλίων για να γίνει ένα από μεγαλύτερα και παραδοσιακότερα ονόματα στον χώρο του βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, με φανατικούς πελάτες και πιστούς φίλους. Το πρώτο του γραφείο ήταν στα Λουλουδάδικα, στη Φραγκίνη 5. Εκεί κοιμόταν τότε. Το επόμενο στην Τσιμισκή 64.
Ανοιξε το πρώτο του βιβλιοπωλείο στην Αριστοτέλους 4, που λειτουργεί ώς σήμερα, και ακολούθησαν δύο ακόμη σε Εγνατία και Μητροπόλεως. Δεν έπαψε, όμως, να αναζητά μεγαλύτερο χώρο. Τον βρήκε στο υπόγειο της οδού Αριστοτέλους 6, όπου άνοιξε το «Κατώι του βιβλίου», από τα γνωστότερα βιβλιοπωλεία της πόλης. Ακολούθησαν το «Σπιτάκι του βιβλίου» (Καρ. Ντηλ 3) και η «Κυψέλη του βιβλίου» (Φραγκίνη 7) για μικρούς αναγνώστες. Συγχρόνως προχώρησε και στην εκδοτική δραστηριότητα.
Βρισκόταν πρωί - βράδυ στο «Κατώι», το πρυτανείο του. Εκεί υποδεχόταν τους φίλους του και κερνούσε τσικουδιά. Ετσι τον ήξερε τον ρόλο του βιβλιοπώλη ο Μ. Μπαρμπουνάκης. Να υποδεχτεί τον αναγνώστη, να τον κεράσει, να του πιάσει κουβέντα. Στο «Κατώι», η αναζήτηση ενός βιβλίου διανθιζόταν από τις φωνές του Κάρλος, του μεγάλου πολύχρωμου παπαγάλου. Υπήρχαν, όμως, και οι γάτες του, που έκοβαν βόλτες στους διαδρόμους. Ο παπαγάλος τον άφησε τον 2001, κι ο Μ. Μπαρμπουνάκης τον αποχαιρέτησε με μια μαντινάδα. Του απέμεινε για παρέα η γάτα του, η Ελένη - όπως έλεγαν και τη μάνα του. Αν και γριά, τον προστάτευε, κοιτώντας καχύποπτα όποιον πλησίαζε...
Οι φιλίες που έκανε τόσα χρόνια, πολλές και σημαντικές. Μενέλαος Λουντέμης, Μάριο Σοάρες, Βασίλης Βασιλικός, Μάνος Κατράκης, που έγινε και κουμπάρος του, ΚΥΡ, Τζένη Καρέζη, Κώστας Καζάκος, Αλίκη Βουγιουκλάκη, Στέλιος Παπαθεμελής, Χρήστος Σαρτζετάκης, Μαρία Ρεζάν, Γιώργος Ράλλης, Μάριος Πλωρίτης, Ακης Τσοχατζόπουλος, Δημήτρης Κολλάτος, Κώστας Βουτσάς, Δημήτρης Παπαμιχαήλ, Θανάσης Βαλτινός, Μανώλης Ρασούλης, Φρέντυ Γερμανός, Αντώνης Σουρούνης, Μίμης Ανδρουλάκης και πολλοί άλλοι.
Ηταν φίλος και της «Ε». Συχνά τηλεφωνούσε στον Κίτσο Τεγόπουλο για να κάνει παρατηρήσεις και να συζητήσει μαζί του.

Thursday, June 24, 2010

Ο ξένος ανταποκριτής Χέμινγουεϊ

Οι ανταποκρίσεις του μεγάλου συγγραφέα, ανάμεσά τους κι αυτές που έστειλε από το μικρασιατικό μέτωπο και την Ανατολική Θράκη, αποκαλύπτουν ότι ήταν και δημοσιογράφος πρώτης γραμμής

«Mπήκα στη δημοσιογραφία για να γίνω συγγραφέας» είχε πει κάποτε η Οριάνα Φαλάτσι. Δεν ήταν ασφαλώς η πρώτη, και η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη ανάλογα παραδείγματα. Και από τα χαρακτηριστικότερα, θα λέγαμε, υπήρξε η περίπτωση του Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Η έκδοση των αντιπροσωπευτικότερων δημοσιογραφικών του κειμένων δεν πιστοποιεί μόνο τη στενή σχέση ανάμεσα στη δημοσιογραφική και στη λογοτεχνική γραφή, αλλά και αποδεικνύει ότι ένα κατ΄ εξοχήν δημοσιογραφικό είδος (το ρεπορτάζ) μπορεί να διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, δηλαδή, κατά τον αφορισμό του Εζρα Πάουντ, να είναι «είδηση που παραμένει είδηση» και αν υπάρχει το αντίστοιχο ταλέντο, να αξιοποιείται στην πεζογραφική αφήγηση κατά τον καλύτερο δυνατόν τρόπο.

Τα κείμενα του τόμου που φέρουν τον τίτλο Με υπογραφή Χέμινγουεϊ γράφτηκαν στη διετία 1920-1922 και δημοσιεύτηκαν στην καναδική εφημερίδα Τoronto Star Weekly. O μελλοντικός κορυφαίος συγγραφέας είχε αρχίσει τη δημοσιογραφική του σταδιοδρομία στα 18 του χρόνια, στην εφημερίδα Τhe Κansas City Star. Ηταν η αρχή της συγγραφικής του περιπέτειας- που συνοδεύτηκε κι από την αντίστοιχη περιπέτεια ζωής- η οποία θα του χάριζε την παγκόσμια φήμη όταν, ώριμος πλέον, θα έδινε τα μεγάλα του έργα Για ποιον χτυπά η καμπάνα, Ο γέρος και η θάλασσα,Αποχαιρετισμός στα όπλα, Θάνατος το απομεσήμερο και μαζί μ΄ αυτά πλήθος αξεπέραστων διηγημάτων.

Τα θέματα που καλύπτει ο Χέμινγουεϊ είναι ευρείας γκάμας: από το πώς ζούσαν οι ρώσοι εμιγκρέδες αριστοκράτες στο Παρίσι και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις ως τα απεριτίφ, τις πωλήσεις χαλιών, τα σπίτια στον Σηκουάνα και το ψάρεμα. Τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα ωστόσο είναι αυτά των τελευταίων 100 σελίδων. Αφε νός επειδή αναφέρονται στη μικρασιατική καταστροφή, στον ξεριζωμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία, την Ανατολική Θράκη και το κλίμα που επικρατούσε τότε, και αφετέρου διότι σε αυτά ακριβώς διαπιστώνει κανείς πόσο βαθιά επηρέασε το ρεπορτάζ τον κατοπινό πεζογράφο.

Αν δεν ξέραμε πως πρόκειται για δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις, πολλά θα τα χαρακτηρίζαμε μικρά διηγήματα. Πραγματικά, όσοι γνωρίζουν τα διηγήματα του Χέμινγουεϊ- κάποια από τα οποία είναι όντως λακωνικά αριστουργήματα- μπορούν τώρα, διαβάζοντας τις ανταποκρίσεις του, να συμπεράνουν πως η δημοσιογραφική γραφή μετεξελίχθη- κε σε αφηγηματική τεχνική υψηλού επιπέδου και ότι ο Χέμινγουεϊ κατάφερε να προεκτείνει το ρεπορτάζ στο διαχρονικό πεδίο της ανθρώπινης συνθήκης.

Ο ίδιος δεν θεωρούσε τα δημοσιογραφικά του κείμενα συγκρίσιμα με το πεζογραφικό του έργο- και ήταν φυσικό. Η αμεσότητα της εμπειρίας μεταλλάσσεται διαφορετικά στο ρεπορτάζ, που πρέπει να γραφτεί αμέσως μετά το συμβάν, και διαφορετικά στην αφήγηση, η οποία υπακούει στους κανόνες της μυθοπλασίας. Αλλά στον ικανό συγγραφέα η αμεσότητα της εμπειρίας μπορεί να προσδίδει διάρκεια και στα πιο επικαιρικά κείμενα.

Οι σκηνές που περιγράφει από την Ανατολική Θράκη όταν την εγκαταλείπει ο ελληνικός πληθυσμός έχουν μία επιπλέον ιδιαιτερότητα για εμάς. Η φυγή των Ελλήνων από την περιοχή περιγράφεται με τέτοια δύναμη και αποτυπώνεται τόσο ακαριαία που είναι αδύνατον να σε αφήσει ασυγκίνητο. Βαριά κατάθλιψη κυριαρχεί στην τελευταία ανταπόκριση με τίτλο Πρόσφυγες από τη Θράκη, με την οποία κλείνει το βιβλίο. Η κατάθλιψη είναι του ίδιου, όταν στην Αδριανούπολη, την οποία παρουσιάζει σχεδόν σαν μια πόλη-«φάντασμα», περνάει μια άθλια βραδιά σε ένα εξίσου άθλιο ξενοδοχείο γεμάτο ψείρες.

Ο νεαρός ρεπόρτερ συμπαθεί φανερά τους Ελληνες, όχι επειδή είναι οι χαμένοι και οι διωγμένοι, αλλά επειδή, κατά τη γνώμη του, ο ελληνικός στρατός δεν θα είχε ηττηθεί αν δεν τον πρόδιδαν, αν δηλαδή η απομάκρυνση των ικανών βενιζελικών αξιωματικών και η αντικατάστασή τους με «κουραμπιέδες» της βασιλικής Αυλής δεν τον άφηνε ουσιαστικά αδιοίκητο στην πιο κρίσιμη περίοδο του πολέμου της Μικράς Ασίας. Υποστηρίχθηκε- εκ των υστέρων βέβαια- ότι η μικρασιατική εκστρατεία δεν θα είχε αίσια έκβαση για αντικειμενικούς λόγους. Πρόκειται για ζήτημα επί του οποίου οι σύγχρονοι ιστορικοί εκφράζουν διιστάμενες απόψεις. Εν τούτοις, το ότι μιλάει ανοικτά για «προδοσία» ένας συγγραφέας ο οποίος είχε άμεση γνώση των συνθηκών του πολέμου (αφού είχε συμμετάσχει στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και είχε τραυματιστεί σοβαρά, με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του) είναι εξαιρετικά σημαντικό.

Το βιβλίο συνοδεύεται από ενδιαφέρουσα εισαγωγή του Ηλία Μαγκλίνη και χρήσιμη εργοβιογραφία του συγγραφέα.

  • ΞΥΣΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Τα ξημερώματα της 2ας Ιουλίου του 1961 ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ,ο «Πάπα»,όπως τον αποκαλούσαν η οικογένεια και οι στενοί του φίλοι, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού του στο Κέτσαμ του Αϊνταχο, πήρε ένα κυνηγετικό όπλο,ανέβηκε στο ισόγειο,στήριξε το κεφάλι του στην κάννη και τράβηξε τη σκανδάλη.Ηταν 62 ετών,ευκατάστατος,διάσημος σε όλο τον κόσμο και έχοντας γνωρίσει όλες τις τιμές που θα ονειρευόταν κάθε συγγραφέας, περιλαμβανομένης και της μεγαλύτερης, του βραβείου Νομπέλ που του απονεμήθηκε το 1954,το οποίο μάλιστα αποκαλούσε «αυτό το σουηδικό πράγμα».

Τι είχε συμβεί; Γιατί ένας άνθρωπος που έζησε σχεδόν τα πάντα, που ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, που γνώρισε το σφαγείο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στον οποίο έλαβε μέρος ως εθελοντής τραυματιοφορέας και πέρασε ξυστά από τον θάνατο,που έζησε τον Ισπανικό Εμφύλιο,πολέμησε και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετέχοντας μάλιστα στη μάχη της Νορμανδίας,που γλίτωσε αργότερα παρά τρίχα από αεροπορικό δυστύχημα αποφάσισε να δώσει τέλος στη ζωή του; Ηταν άραγε μοιραίο επειδή ήταν κληρονομικό; (Ας θυμίσω πως πριν από αυτόν είχε αυτοκτονήσει ο πατέρας του και ύστερα από τον ίδιο,η εγγονή του Μαργκό.) Ή μήπως αποτέλεσμα της βαριάς μανιοκατάθλιψης που τον είχε καταλάβει τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν δεν μπορούσε πλέον να γράψει ούτε αράδα; Οι όποιες ερμηνείες δεν έχουν ίσως νόημα σχεδόν 50 χρόνια μετά τον θάνατό του.Το έργο που άφησε πίσω του ο Χέμινγουεϊ φτάνει για να τον κατατάξει κανείς στους τρεις μεγαλύτερους αμερικανούς πεζογράφους του πρώτου μισού του 20ού αιώνα,μαζί με τον Ντος Πάσος και τον Φόκνερ.Θα τολμούσε μάλιστα να υποστηρίξει ότι συγκριτικά η δική του επίδραση στο ύφος και στη γραφή των μεταπολεμικών συγγραφέων είναι μεγαλύτερη.

ΛΕΝΑ ΜΑΝΤΑ: Δεν με νοιάζει να με λένε Αρλεκιν

  • Κάθε βιβλίο της πουλιέται σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Γράφει ένα μυθιστόρημα τον χρόνο, που κυκλοφορεί πάντα τον Μάιο. Εχει φανατικούς αναγνώστες και... κριτικούς εχθρούς. Δεν την ενδιαφέρουν οι ταμπέλες που της δίνουν. Θεωρεί ότι ο χρόνος θα κρίνει τους πάντες

Γεννήθηκε στην Πόλη το 1964. Ηρθε με τους γονείς της στην Αθήνα πέντε χρόνια αργότερα. Πολύ σύντομα χώρισαν και η Λένα έζησε μόνη στους Αμπελοκήπους με τη μητέρα της, η οποία έκανε χίλιες δουλειές για να τη μεγαλώσει, από μοδίστρα ως εργοδηγός. Η πραγματικότητα δεν την κάλυπτε και τις ώρες που έμενε μόνη της ταξίδευε με τη φαντασία της και έγραφε ιστορίες. Ενα παραμύθι στα εννιά της, μικρά διηγήματα αργότερα, αισθηματικές νουβέλες στην εφηβεία. Στα δεκαεννιά της γνώρισε τον Γιώργο Μαντά, επιχειρηματία που εκδίδει περιοδικά για οικοδομές, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα έγινε σύζυγός της και τον ακολούθησε στο Καπανδρίτι. Μητέρα δύο παιδιών, ενός γιου 24 ετών και μιας κόρης 19 ετών σήμερα, όταν τα πράγματα σκούραιναν στην καθημερινότητά της, κατέφευγε στο γράψιμο. Και αν τότε ήταν διέξοδος, σήμερα είναι αγαπημένη συνήθεια. Δεν είναι ο πρόλογος από κάποιο μυθιστόρημα, είναι η ζωή της Λένας Μαντά σε περίληψη. Ανατολίτισσα πληθωρική, είναι μια σύγχρονη εκδοχή της Λωξάντρας, που θα φροντίσει το σπιτικό του άντρα της, θα μαγειρέψει στα παιδιά της, θα παρηγορήσει τις φίλες της και στο τέλος θα αφηγηθεί στις χιλιάδες Ελληνίδες που τη διαβάζουν μια χορταστική ιστορία με αισιόδοξο τέλος, γιατί η σύγχρονη γυναίκα είναι κουρασμένη πολύ και έχει ανάγκη από μια γλυκιά κουβέντα.

«Μιλάω πολύ, γελάω πολύ, κλαίω πολύ, τρώω πολύ, γράφω πολύ, όλα στη ζωή μου είναι πολύ» εξομολογείται γελώντας. Και πουλάει πολύ, θα συμπληρώσουμε, όπως δείχνουν οι αριθμοί. Εκδίδει ένα βιβλίο κάθε χρόνο, το οποίο μπαίνει αμέσως στις λίστες των μπεστ σέλερ με δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Σε μια χώρα και σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν για κρίση του βιβλίου η επιτυχία της Λένας Μαντά είναι φαινόμενο. Τη συναντήσαμε, μαζί με την κόρη της, ένα απόγευμα στο Τhe Μall και μιλήσαμε μαζί της για τη ζωή και τα βιβλία της λίγο προτού ξεκινήσουν τα καλοκαιρινά ψώνια τους.

- Πώς ξεκινήσατε να γράφετε;  

«Ηταν μια εποχή γύρω στο 1994-1996- πρέπει να έπεσα σε κακή εκδοτική συγκυρία, δεν εξηγείται αλλιώς- που ό,τι διάβαζα δεν μου άρεσε. Αποφάσισα λοιπόν να γράψω κάτι που να μου αρέσει να διαβάσω. Ετσι γράφτηκε το πρώτο βιβλίο, για δική μου ψυχαγωγία. Δεν είχα σκοπό να το πάω σε εκδότη. Ο άντρας μου ήταν εκείνος που πήρε την πρωτοβουλία γιατί σκέφτηκε ότι ήταν πολύ καλό για να μείνει σε ένα συρτάρι».

- Ο σύζυγός σας είναι ο πρώτος σας αναγνώστης;
«Ο πρώτος αναγνώστης και ο πρώτος επιμελητής. Διαβάζει ό,τι γράφω κάθε μέρα το βράδυ που γυρίζει στο σπίτι και, αφού τελειώσω το βιβλίο, το ξαναδιαβάζει άλλη μία φορά. Μετά σειρά έχουν όλοι οι υπόλοιποι, ο γιος μου και απαραιτήτως η μαμά μου, η οποία μου σημειώνει και αναλυτικές παρατηρήσεις σε αυτοκόλλητα χαρτάκια».

- Εκδίδετε ένα βιβλίο κάθε Μάιο. Γράφετε βιβλία για το καλοκαίρι;
«Μάιο βγήκε το “Βαλς με δώδεκα θεούς” που είχε επιτυχία και θεώρησα τον μήνα γούρι που δεν υπάρχει λόγος να αλλάξω. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο κόσμος διαβάζει περισσότερο το καλοκαίρι γιατί έχει χρόνο και είναι πιο χαλαρός. Τα βιβλία μου έχουν ποικίλη θεματολογία βγαλμένη από τη ζωή, μου αρέσουν οι διάλογοι, οι γρήγορες εναλλαγές, αποφεύγω τις μακροσκελείς αναλύσεις και τις περιγραφές, δεν μου αρέσουν οι μπερδεμένες καταστάσεις, θέλω ένα τέλος ελπιδοφόρο που να αφήνει μια ωραία γεύση. Ολα αυτά καθιστούν τα βιβλία μου πιο ευανάγνωστα, αλλά δεν αναιρούν τα μηνύματα που περνούν στον αναγνώστη. Ο ανάλαφρος τρόπος γραφής δεν κάνει ένα βιβλίο καλοκαιρινό». 
 
- To κοινό σας ποιο είναι; Είναι αποκλειστικά γυναικείο, όπως λέγεται; 

  «Το μεγαλύτερο μέρος αποτελείται όντως από γυναίκες, αυτό δεν αναιρείται. Αλλά από τα μέιλ και τις επιστολές που λαμβάνω βλέπω ότι έχω και πολλούς άντρες αναγνώστες, ειδικά όταν ο πρωταγωνιστής ενός βιβλίου είναι άντρας, όπως στην “Αλλη πλευρά του νομίσματος” και στο “Τελευταίο τσιγάρο”». 
 
- Εχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά ηλικιακά,μορφωτικά και οικονομικά όλοι αυτοί;
«Δεν έχω καταλάβει κάτι τέτοιο. Από όσους μου γράφουν οι περισσότεροι σημειώνουν και ηλικία και επάγγελμα. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη ηλικιακή ομάδα, έχω αναγνώστες από 13 ετών, πολλά παιδιά στην εφηβεία, ως 78 ετών. Μπορώ όμως να πω ότι έχω πολλή πέραση στον ιατρικό κλάδο».

- Τι λένε ότι τους ελκύει στα βιβλία σας: οι ιστορίες,οι χαρακτήρες; Ταυτίζονται μαζί τους ή δραπετεύουν βιώνοντας καταστάσεις που η ζωή δεν τους προσέφερε;
«Νομίζω ότι είναι όλα μαζί. Μου λένε ότι οι ήρωες είναι οικείοι, αναγνωρίσιμοι και ότι κάνουν σκέψεις που κάποτε πέρασαν και από το δικό τους το μυαλό. Κάποιοι ταυτίζονται μαζί τους. Αλλοι βρίσκουν στις ιστορίες μου απαντήσεις σε κάτι δικό τους. Αλλοι ξεφεύγουν έτσι από τα προβλήματά τους και τα κοιτούν από απόσταση καθαρότερα. Το ταξίδι ψυχής αποζητούν όλοι, όπως καταλαβαίνω. Παραμύθια δεν χρειάζονται μόνο τα παιδιά, και η δική μας η ψυχή, των ενηλίκων, έχει ανάγκη μια καραμέλα για να γλυκάνει όταν στην καθημερινότητα δεν παίρνουμε ανάσα».

- Δεδομένου ότι έχετε ένα μεγάλο φανατικό κοινό που απαρτίζεται κυρίως από γυναίκες, όπως είπατε και η ίδια, το συμπέρασμα είναι ότι γνωρίζετε καλά τη σύγχρονη Ελληνίδα. Ποια είναι;
«Είναι ένας δρομέας με χιλιάδες ιδιότητες που έκοψε το νήμα αλλά συνεχίζει να τρέχει. Εχει κουραστεί πολύ, έχει δώσει πολύ από τον εαυτό της και της τελειώνουν τα αποθέματα και εκεί είναι το επικίνδυνο. Γι΄ αυτό έχουν δυσκολέψει οι σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Οι σύγχρονες Ελληνίδες τα προλαβαίνουν όλα αλλά νιώθουν και πολλή μοναξιά. Και αναρωτιέμαι πού είναι οι σύντροφοί τους. Χαμένοι στην καθημερινότητα κι αυτοί...».

- Τι έχει ανάγκη η γυναίκα αυτή;  

«Εχει ανάγκη από αγάπη και κατανόηση, να την ακουμπήσουν στον ώμο και να της πουν: “Εκτιμώ όσα κάνεις”. Δεν υπάρχει χειρότερο από την αχαριστία ή από το να σε παίρνουν ως δεδομένο. Εκεί είναι που οι γυναίκες βγαίνουν εκτός εαυτού».

- Είστε στις λίστες των μπεστ σέλερ αλλά δεν συχνάζετε στις διπλανές στήλες των βιβλιοκριτικών. Σας πειράζει αυτό;  

«Καθόλου, το καταλαβαίνω. Ενας βιβλιοκριτικός οφείλει να ασχολείται με όλα τα βιβλία που κυκλοφορούν, ειδικά σήμερα που το βιβλίο έχει ανάγκη από σοβαρή υποστήριξη. Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να ασχοληθεί με τα ευπώλητα, που ούτως ή άλλως πουλάνε, αλλά με βιβλία που είναι καλά και χρειάζεται να τα γνωρίσει ο κόσμος».

- Πώς πουλάνε αυτά τα ευπώλητα αν δεν προβάλλονται από τα μέσα;
«Διαφημίζονται από στόμα σε στόμα. Δεν υπάρχει καλύτερη διαφήμιση από την κουβέντα του ευχαριστημένου αναγνώστη».

- Η δική σας μεγάλη επιτυχία πότε ξεκίνησε;
«Η μεγάλη άνοδος άρχισε μετά το “Σπίτι δίπλα στο ποτάμι”. Εκεί με ανακάλυψαν όλοι και άρχισε ένα τρελό κυνήγι, με συνεντεύξεις κτλ., γιατί ο κόσμος ήθελε να γνωρίσει ποια τέλος πάντων είναι αυτή η Μαντά. Με ανακάλυψαν τότε ως και οι βιβλιοκριτικοί, που μακάρι να μη με είχαν ανακαλύψει, γιατί άρχισαν και τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη».

- Ανήκετε στη ρομαντική λογοτεχνία; 

  «Τα βιβλία μου δεν είναι μόνο ρομαντικά. Στο “Τελευταίο τσιγάρο” μιλάω για οικονομικές καταστροφές, νευρική ανορεξία, σχέσεις γονιών- παιδιών, σχέσεις συζύγων, πού ακριβώς είναι το ρομαντικό; Αυτά δεν είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στη ζωή οι ίδιοι, οι συγγενείς μας, οι φίλοι μας; Σε κάθε βιβλίο βλέπει ο καθένας ό,τι θέλει να δει. Αν είναι προκατειλημμένος, θα δει το βιβλίο κάτω από αυτό το ρομαντικό πρίσμα, αλλιώς θα βρει μέσα του πολύ περισσότερα. Είμαι οπαδός της άποψης “τα μυαλά και τα αλεξίπτωτα δουλεύουν καλύτερα όταν είναι ανοιχτά”».

- Τι απαντάτε σε όσους σας κατατάσσουν στη λεγόμενη ροζ λογοτεχνία ή στην παραλογοτεχνία;
«Κάνω έντιμα τη δουλειά μου, αυτό απαντώ. Θαυμάζω όσους γράφουν άλλα πράγματα, αλλά εγώ αυτό αγαπώ να διαβάζω και να γράφω και αυτό κάνω δίνοντας ό,τι καλύτερο έχω μέσα μου. Μου γράφουν πολλοί και μου λένε: “Δεν έπιανα βιβλίο στα χέρια μου, με κάνατε και μπήκα στο βιβλιοπωλείο”. Αν είμαι το σκαλοπάτι για να αγαπήσει κανείς την εσωτερική διεργασία της ανάγνωσης, ας λένε ό,τι θέλουν. Γιατί μετά τη Μαντά θα ζητήσει και κάτι ακόμη, και κάτι ακόμη. Και θα γίνει αναγνώστης. Ας με κατατάξουν όπου θέλουν. Αλλωστε ο χρόνος θα δείξει πού ανήκει ο καθένας μας».
  • «ΜΕ ΑΓΓΙΖΟΥΝ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ»
- Υπάρχουν αναφορές στον Τύπο που σας ενόχλησαν;

«Δεν θίγομαι με όσα γράφονται για τα βιβλία μου. Δεν μπορεί να αρέσει κανείς σε όλους. Με έκανε έξαλλη όμως κείμενο κριτικού που υποτίμησε το αναγνωστικό κοινό μου με εκφράσεις που δεν θα χρησιμοποιούσε ένας κύριος για μια γυναίκα. Δεν με νοιάζει αν λένε ότι η Μαντά γράφει παιδαριώδη ή γράφει Αρλεκιν, τόσα έχω ακούσει, εκείνο όμως ήταν ένα κείμενο που θεωρώ ότι δεν το άξιζα».

- Αρλεκιν, που αναφέρατε, ή ρομαντική λογοτεχνία της Βρετανίδας Μπάρμπαρα Κάρτλαντ ή της Αμερικανίδας Νόρα Ρόμπερτς διαβάζετε;

«Διάβαζα πολλά στην εφηβεία μου. Η Κάρτλαντ στα 14 και στα 15 ήταν θεσμός».

- Τι διαβάζετε σήμερα; 
 
  «Δεν διαβάζω ξένη λογοτεχνία. Το λέω αστειευόμενη αλλά ουσιαστικά το πιστεύω -, τους ξένους να τους διαβάσουν οι ξένοι.Με αγγίζουν περισσότερο οι έλληνε ς συγγραφείς, τα θέματά τους, ο τρόπος που τα πραγματεύονται. Αγάπησα πάρα πολύ την Ευγενία Φακίνου, λάτρεψα τα αστυνομικά του Δημήτρη Μαμαλούκα που τα γνώρισα μέσω της μπλογκόσφαιρας. Ετσι γνωρίστηκ α και με τα βιβλία του Νίκου Διακογιάννη. Αγαπώ πολύ την Πασχαλία Τραυλού, τον Γιώργο Πολυράκη, την Ελένη Τσαμαδού,είναι συγγ ραφείς που διαβάζω καθετί που γράφουν, επίσης την Κύπρια Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, την Πένυ Παπαδάκη, είναι πολλοί ακόμ η...».

Μια πανούργος ποιήτρια


  • Πώς και γιατί η Κική Δημουλά είναι στρατευμένη δημιουργός. Ανάγνωση της τελευταίας ποιητικής συλλογής της, που χαρακτηρίζεται από το ξάφνιασμα και το απροσδόκητο. Μια κατασκευαστική αφροσύνη που παράγει γοητεία  
Στον Φιλοπαίγμονα Μύθο, ένα προσεκτικό και εύγλωττο συνάμα κείμενο (παρά την προσποιητή αμηχανία του) που η Κική Δημουλά διάβασε κατά την τελετή της υποδοχής της στην Ακαδημία Αθηνών (2003), η ποιήτρια απάντησε σε δύο κρίσιμα ερωτήματα που έθεσε η ίδια στον εαυτό της: ποια είναι η «πρόθεση της σύγχρονης ποίησης» και ποια η ωφέλεια που προκύπτει από την ποίηση. Τα ερωτήματα έχουν τεθεί πολλές φορές και οι εκάστοτε απόπειρες των ίδιων των δημιουργών να απαντήσουν δείχνουν σε μεγάλο βαθμό και τις προθέσεις τους και τη σημασία που αποδίδουν στο έργο τους. Σύμφωνα με τη Δημουλά, η «πρόθεση» της σύγχρονης ποίησης (που έχει ήδη αρχίσει να παλιώνει) «είναι να προσθέσει το λιθαράκι της σε ό,τι κληρονόμησε φτιάχνοντας το ιδιωτικό μητρώο της εποχής της (υπογράμμιση δική μου), συμπληρώνοντας το γενεαλογικό δέντρο των ονείρων που τη γεννούν και την υποστηρίζουν». Η παράδοση είναι ένας αενάως κινούμενος συρμός «στον οποίο κάθε τόσο προσαρτάται ένα έκτακτο, φρεσκοβαμμένο βαγόνι, γεμάτο με νέες, υπερεπείγουσες ανησυχίες του ανθρώπου και με τον ίδιο πάντα προορισμό: την αυθεντική έκφρασή τους» (υπογράμμιση δική μου).

Οσον αφορά την ωφέλεια της ποίησης στον «μικρόψυχο καιρό» μας, η Κική Δημουλά είναι σαφής: η ποίηση ωφελεί πολλαπλώς. Πέρα από τη μαγεία που παρέχει σε όσους την εμπιστεύονται (δυστυχώς αυτή η παράμετρος δεν θα μας απασχολήσει εδώ), ωφελεί πρωτίστως εκείνον που την ασκεί επειδή τον «βγάζει από το σώμα του» και «τον σταθεροποιεί σε μια αιώρηση απ΄ όπου αυτός παρακολουθεί, σαν σε χειρουργείο, τον προσωρινό θάνατο της μικρότητάς του». Ωφελεί τη γλώσσα και, τέλος, «ωφελεί όσο μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης». Κοντολογίς, η Δημουλά προσδίδει ρητά διπλή, ας πούμε, χρησιμότητα στην ποίηση: οδηγεί στη συνείδηση της ύπαρξης (διά του καθημερινού, προσωρινού θανάτου) και λυτρώνει μέσα από τις μαγγανείες της.

Πριν από μερικές δεκαετίες (αλλά ίσως και σήμερα) κάποιοι θα μυκτήριζαν την ποιήτρια για τη δήθεν «απολιτική» στάση της να αναφέρεται σε ένα ασαφές «ιδιωτικό» μητρώο της εποχής μας και στις αδιευκρίνιστες «υπερεπείγουσες ανησυχίες του ανθρώπου». Την ίδια στιγμή άλλοι, προφανώς για να δείξουν ότι κατάλαβαν τις προθέσεις της, την έχουν ήδη χαρακτηρίσει «αστράτευτη», επαναφέροντας σε χρήση έναν παλιομοδίτικο όσο και «ανόητο» τρόπο κριτικής. Αλλά ποιος από μας μπορεί να αρνηθεί την ένταξή του κάπου; Ολοι στρατευμένοι είμαστε. Σημασία έχει ποιο μπαϊράκι ακολουθεί ο καθένας και πόσο σεμνύνεται γι΄ αυτό. Με αυτή τη λογική το παρόν σημείωμα με αφορμή το 16ο (αν μετρώ σωστά) ποιητικό βιβλίο της Δημουλά, Τα εύρετρα, έχει ως κύριο σκοπό να αποδείξει (στο μέτρο του δυνατού) ότι και εκείνη, όπως και όλοι οι ποιητές μας, είναι ένας δημιουργός που, πέραν των άλλων, πολιτεύεται, δηλαδή ασκεί κοινωνική και πολιτική καθοδήγηση με τον δικό της τρόπο.

Ο καθείς και τα όπλα του. Μπορεί η Δημουλά να φαίνεται ότι πολιτεύεται εν οίκω, αλλά όταν εκφωνεί εν δήμω στίχους όπως «δεν βλέπαμε τίποτε/ καθότανε μπροστά μας/ εκείνη η νταρντάνα η αλλαγή/ φέτος το καλοκαίρι» («Αμπωτις»)ακόμη και ως μέρος ενός φαινομενικά «αθώου» ποιήματος-, τότε ας μην κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Πιστεύω πως η ποιητική/ιδεολογική πρόθεση της Δημουλά όσο «αθωότερη» προβάλλεται τόσο και πιο διαβρωτική είναι. Η Δημουλά είναι κατά την άποψή μου «πανούργος» ποιήτρια (κι ας με συγχωρέσει η χάρη της) καθώς ένα από τα κυριότερα τεχνικά χαρακτηριστικά της είναι η φιλοπαίγμων αλλά εν τέλει καταλυτική υπονόμευση όχι τόσο των καλώς κειμένων αλλά του ίδιου του κειμένου της. Βασική τεχνική της ρητορικής της είναι το ξάφνιασμα και το απροσδόκητο, μετεξέλιξη του παλαιού υπερρεαλιστικού τρόπου να παράγεται σπινθήρας με τη συνεκφορά των αντιθέτων, είτε σε λεκτικό ή σε σημασιολογικό επίπεδο. Αυτό ήδη σημαίνει πολλά και υποθέτω πως αυτή η κατασκευαστική αφροσύνη (όχι αφροντισιά) παράγει από μόνη της γοητεία. Ακόμη κι αν αυτή η ποιητική αποκοτιά δεν εννοείται σε βάθος, δεν παύει να θέλγει και ίσως είναι αυτός ο λόγος που η ποιήτρια είναι τόσο δημοφιλής. «Καταζητούμαι/ Διέρρηξα τον βίο μου./ Τι να έκανα;/ Μόνο με τα ξένα δεν τα έβγαζα πέρα/ είχα βλέπεις να τρέφω/ εκείνο το ρεμάλι τον ψυχισμό» («Το ρεμάλι»). Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι και τόσο απλά, όσο κι αν η επαναφορά τους και η εναγώνια ανακύκλωσή τους τα κάνει, όπως στη νεότευκτη συλλογή, να φαίνονται γνώριμα. Και αυτό για έναν συγκεκριμένο λόγο, που πολλές φορές η ποιήτρια δηλώνει ως αντίμαχό της. Τα πράγματα περιπλέκονται από την Ανάγκη, δηλαδή από το αναγκαίον, είτε εννοούμενο ως κάτι επιβεβλημένο άνωθεν (όπως στο πρώτο ποίημα της συλλογής) είτε ως αναγκαία συνειδητή πράξη. Από τη μια, λοιπόν, η πρωτογενής, καταχθόνια και τυφλή Ανάγκη, από την άλλη το κοινωνικώς «ευρύ αναγκαίον», η «ευρέως αναγκαία γενναιότης», το «εναλλακτικό αναγκαίον» για να πάει ο βίος μπροστά, όσο μπορεί. Ανάμεσα σε αυτές τις μυλόπετρες του υπερκόσμιου και αναπότρεπτου και του κοσμικού και αναζητήσιμου θρύβονται οι μέρες και οι νύχτες της ποιήτριας. Ποιήματα-θρύμματα, λοιπόν.

Ο φιλέρευνος αναγνώστης δεν έχει παρά να διαβάσει δύο από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής που μοιραίως/τυχαίως(;) βρίσκονται αντικριστά (σελ. 20-21) «Η ομορφιά του απογοητευτικού» και «Ασπρες πασχαλιές φιλούν έφηβο» και θα εννοήσει αυτή τη διπλή αναγκαιότητα του βίου: το αναποτρέπτως αναγκαίον και την κοινωνικώς και πολιτικώς αναγκαιότητά μας να του ξεφύγουμε. Αυτά είναι τα αληθινά εύρετρα (ένα άλλο εύρημά τι Μοισάν ) που η Κική Δημουλά μάς προσφέρει ως ανταπόδοση της καθημερινής συναλλαγής μας με την ανάγκη: «Υποκριτή, γραμμή δε διάβασες/ αλλιώς θα το ΄βλεπες/ το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο// τα εύρετρα είναι/ εσύ μου τα έδωσες/ επειδή σε βρήκα// σε μέτρησα και ήσουνα πολλά/ ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς/ το άφησα να είσαι κι απ΄ τα δύο/ δε σου αφαίρεσα ούτε μία/ απ΄ τις χιλιάδες ωραιότητες που είχες/ ούτε μισή απ΄ τις πολύτιμες ασκήμιες σου/ κόσμε».
  • ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ
Η Κική Δημουλά, κατά την άποψή μου αλλά και στηριζόμενος στις ομολογημένες προθέσεις της ποιήτριας και στην απήχηση του έργου της, έχει «στρατευθεί», τώρα και περίπου 60 χρόνια, σε μια υπόθεση που αφορά όλους μας, είτε περιφερόμαστε στην αγορά φωνασκούντες είτε όχι. Δεν έγραψε «πολιτικά» ποιήματα, όπως λ.χ. η «Κίχλη», ο «Μπολιβάρ», το «Αξιον Εστί»ή η «Ελένη» του Ρίτσου. Η πηγαία, όμως, η συνεχής και ως εκ τούτου επίπονη παραγωγή ποιητικής ύλης σχετικά με το καθημερινό, το προσωρινό, άρα το επαναλαμβανόμενο γεγονός της ύπαρξής μας και των συμπτωμάτων της δημιούργησε ήδη έναν προσωπικό δρόμο ποιητικής, με σαφείς οδοδείκτες κοινωνικής και πολιτικής τάξεως. Η φωνή της, ευδιάκριτη και αναγνωρίσιμη, πέρα από τη «μαγεία» ή ίσως διά της «μαγείας», καθοδηγεί συνειδήσεις ανθρώπων, συμμεριζόμενη τις υπερεπείγουσες ανησυχίες τους και εξορκίζοντας μαζί τους το κακό.
  • Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.