Monday, June 28, 2010

Στους δρόμους της ποίησης επί τριάντα χρόνια

  • Τα έργα του Δημήτρη Αρμάου, γνωστά ή ανέκδοτα, συγκεντρωμένα σε έναν τόμο
Της Τιτικας Δημητρουλια, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2010
  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ: Βίαιες εντυπώσεις των ετών 1975 - 2007, εκδ. Υψιλον
Φιλόλογος σε νυχτερινό σχολείο, ο Δημήτρης Αρμάος είναι γνωστός για τις φιλολογικές του επιμέλειες, για την επιμονή, την εμμονή του στη λεπτομέρεια, σ’ αυτό που δεν φαίνεται αλλά κάνει τη διαφορά όταν διαβάζει κανείς ένα βιβλίο. Λόγιος και ευρυμαθής, αλλά και διανοούμενος που δεν διστάζει να παρέμβει στις διαμάχες του καιρού του, ορθολογιστής και μουσόληπτος, όπως επισημαίνει ο ίδιος στον πρόλογό του, ο Αρμάος καταθέτει στον εξαιρετικά φροντισμένο αυτό τόμο –τον οποίο κοσμούν και συμπληρώνουν λοξά τα σχέδια του Αλέξη Ταμπουρά– την ποιητική του διαδρομή, από το 1975 που ξεκινά να γράφει ώς το 2007, σχεδόν δηλαδή ώς σήμερα. Για την ακρίβεια παραδίδει τα ποιήματά του νικημένα κατά κράτος, όπως λέει. Πολλά από τα ποιήματα έχουν εκδοθεί, σε συλλογές, σε περιοδικά, άλλα είναι ανέκδοτα. Σκιαγραφούν μαζί μια αγωνία κι έναν αγώνα, ενός «αυτόχθονος του χώρου» που αναζητεί τις ρίζες του στα βάθη της γραφής όσο και της ψυχής, αλλά και του κοινωνικού πραγματικού και των αναπαραστάσεών του.

Πολύσημη η βία στα ποιήματά του. Των αισθημάτων, του παθιασμένου έρωτα, της απόλυτης παράδοσης, της εγκατάλειψης, του πόνου. Της αίσθησης της ματαιότητας, της θνητότητας, της νομοτέλειας σε έναν κόσμο που δεν τον κατοικεί πια ο Θεός αλλά δεν κερδίζει γι’ αυτό την αιωνιότητα. Του πόνου που γεννά ο ίδιος ο άνθρωπος, της μάχης και του πολέμου. Της βίας της ποίησης που ανατέμνει το παρελθόν για να γεννήσει το μέλλον.
  • Γεγονότα και σχόλια
Η ποίηση του Αρμάου είναι κατακλυσμένη από μια βία που έχει κρυώσει για να γίνει ποίηση, η οποία επίσης μιλάει για την ποίηση, για τον εαυτό της, ευθέως και με παραβολές, με ιστορίες ποιητών, μεσαιωνικών και ρομαντικών, Ευρωπαίων και Ελλήνων, εστέτ, νεορομαντικών και μοντερνιστών. Ποίηση που σχολιάζει στη διάρκεια την ποίηση μέσα από τα λόγια των άλλων. Κάπου στην αρχή του τόμου υπάρχει ένα «Ποίημα–αντικείμενο»: στην πράξη, όλα του τα ποιήματα είναι γεγονότα-σχόλια-πάνω-άλλα-γεγονότα, συνομιλίες και διάλογοι ανοιχτοί και μυστικοί, λέξεις σοφά βαλμένες για να υποδηλώνουν μαζί με τον ρυθμό, με το ποιητικό είδος, με το στίχο την καταγωγή και την απόβλεψη. Από τον λυρισμό στο έπος και από το χάι-κου –που γίνεται χάι-κλου– στο πεζόμορφο ποίημα, από το παντούμ στα πολλά ελευθερόστιχα ποιήματα που εκμεταλλεύονται σοφά, κατά τα διδάγματα του Μαλλαρμέ που κάπου εμφανίζεται στο μεγάλο θέατρο της δημιουργίας που στήνει στον τόμο αυτό ο Αρμάος, τη γραφική διάταξη στη σελίδα, ο τόμος περιγράφει, λοιπόν, μέσα από τη βία της αναίρεσης, της καθαίρεσης, της απομυθοποίησης, την ανακήρυξη του ποιητικού λόγου σε ύψιστη πραγματικότητα.
Κι όμως η ποίηση αυτή, που κλείνει μέσα της τον Ελ Σιντ και τη Χιμένα, την Ελένη και την Πηνελόπη, τον Δάντη και τη Βεατρίκη, τον Σαίξπηρ και τους μεταφυσικούς, τον Τέννυσον και τους ρομαντικούς, τον Κάλβο και τη θαλασσινή του κραυγή, τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη με την μαγική ναυν και την αμφιλάφεια του Βιζυηνού, τον Σεφέρη και τον Ρεμπώ, την κόμησσα ντε Νοάιγ και τη μετάφρασή της από τον Καρυωτάκη, τον Βοκκάκιο και τον Βιγιόν, τον Ρίλκε και τον Μέλβιλ, μια ποίηση απόλυτα διακειμενική και αυτοαναφορική, είναι μαζί και μια ποίηση βαθιά αναπαραστατική. Με γλώσσα που αρύεται τον πλούτο της από την ελληνική στη διαχρονία της και ποικίλλεται από τις ευρωπαϊκές δημώδεις, καταγράφει τον πόνο, την αγωνία του ανθρώπου μπροστά σε όσα τον αφορούν και όσα τον ξεπερνούνε – της τέχνης συμπεριλαμβανομένης.

Εναλλάσσοντας τα είδη και τα ύφη, με μια ειρωνεία πότε κρυμμένη και πότε φανερή, καβαφική στην βαθύτερη ουσία της, να τινάζει στον αέρα κάθε υποψία μελοδραματισμού και δραματοποίησης, παίζοντας με την έκταση, τη στροφική οργάνωση του στίχου, ο Αρμάος δημιουργεί μια πολυφωνία που αιφνιδιάζει και φτάνει ώς το μεδούλι των πραγμάτων, με τον τρόπο των ποιητών που «τους καίνε οι αστραπές», που «κανείς τους δεν ορέχθηκε πλούτο άλλο ρυθμούς και λέξεις / κανείς τους δεν ευτύχησε με τη νεκροφιλία της εξουσίας/ ή δεν αγνόησε το λυγμό που πρέπει να σωθεί». Ενας ρομαντισμός που φωτίζει παρηγορητικά τις αρχές ενός δύσκολου αιώνα.

Οι νέες περιπέτειες του Φρανκ Μπάσκομπ

  • Ο τελευταίος τόμος της τριλογίας του Ρίτσαρντ Φορντ
  • Της Ντορας Mακρη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27-06-10
  • ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΦΟΡΝΤ: Η Χώρα, όπως είναι, εκδ. Πατάκης
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως με τη συγγραφική του τέχνη ο Ρίτσαρντ Φορντ εγγράφει το δικό του, αυτοτελές κεφάλαιο στη σύγχρονη αμερικανική λογοτεχνία. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως ο ίδιος δεν αναγνωρίζει οφειλές, όπως αυτή στον Ε. Λ. Ντόκτοροου, που υπήρξε καθηγητής του στο μάθημα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Ιρβάιν. Ομως, το βάθος και η οξυδέρκεια της παρατήρησης, η αποκλειστική προσήλωση στον εσωτερικό, τον «υποκειμενικό» χαρακτήρα του προσώπου, στο άτομο που στοχάζεται για το «εδώ και τώρα» της ζωής του, κάνουν τη λογοτεχνική συνεισφορά του Φορντ σχεδόν μοναδική.

Η «Χώρα, όπως είναι» αποτελεί, σύμφωνα με τον συγγραφέα, τον τελευταίο τόμο της τριλογίας, με πρώτο τον «Αθλητικογράφο» και δεύτερο την «Ημέρα Ανεξαρτησίας». Κεντρικός ήρωας και εδώ, όπως και στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα, είναι ο Φρανκ Μπάσκομπ, μεσίτης ακινήτων στο Νιου Τζέρσι. Στα 55 χρόνια του είναι επαγγελματικά πετυχημένος, πατέρας δύο παιδιών που ακολουθούν τον δρόμο τους και ευτυχισμένος σύζυγος σε δεύτερο γάμο. Οπως ο ίδιος σχολιάζει σαρδόνια, έχει εισέλθει στη «μόνιμη περίοδο» της ζωής του, ένα ηλικιακό στάδιο όπου και το πιο πρόσφατο παρελθόν διαγράφεται, ο φόβος για το μέλλον εξασθενεί, ενώ κυριαρχούν η ηρεμία, η ασφάλεια και οι μικρές απολαύσεις. Ο Φρανκ έχει αποδεχθεί την ύπαρξή του με λάθη και παραλείψεις, που όμως δεν επιφυλάσσει βίαιες αλλαγές. Τα γεγονότα όμως που ακολουθούν τον υποχρεώνουν σε συνεχείς επαναδιαπραγματεύσεις της «μόνιμης περιόδου»: η δεύτερη σύζυγός του τον εγκαταλείπει με τον πρώην άνδρα της που θεωρούσε νεκρό, εκείνος ανακαλύπτει ότι πάσχει από καρκίνο προστάτη, η πρώτη του σύζυγος επιχειρεί την επανασύνδεσή τους, ο Θιβετιανός βοηθός του τού προτείνει να εξαγοράσει την κτηματομεσιτική επιχείρησή του, ενώ οι γείτονές του γίνονται θύματα αιματηρής ληστείας στη διάρκεια της οποίας ο ίδιος τραυματίζεται σοβαρά.

Ολα αυτά τα συμβάντα θα μπορούσαν να έχουν καταρρακώσει την ψυχική δύναμη και διανοητική ενάργεια του πρωταγωνιστή ή θα μπορούσαν να είχαν παρασύρει έναν λιγότερο οξυδερκή συγγραφέα σε επουσιώδεις περιγραφές και άσκοπη επιβάρυνση της πλοκής με δευτερεύοντες χαρακτήρες και επεισόδια. Οχι όμως τον Φορντ, ο οποίος μένει προσηλωμένος στη λεπτομερή και διαυγή καταγραφή της ροής της σκέψης του Φρανκ. Γιατί ο Φρανκ είναι πάντοτε στο επίκεντρο της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, περιγράφοντας τα περίπλοκα συναισθήματα, τους ελλειπτικούς ή δυσνόητους συλλογισμούς, τις ενίοτε ακραίες αντιδράσεις του.

Ωστόσο, ας μη θεωρηθεί ο Φρανκ ένα είδος υπαρξιστή φιλοσόφου, που ζει αποξενωμένος από το ιστορικό γίγνεσθαι. Αντίθετα, το είδος της δουλειάς του τον υποχρεώνει να συνδιαλέγεται με νέους, αλλά και να στοχάζεται διαρκώς πάνω στις μεταβολές που υφίσταται ο τόπος του: ο βιωματικά οικείος χώρος (γειτονιά, πλατεία, δρόμοι, μαγαζιά) μετατρέπεται σε ανοίκειος εξαιτίας της ανεξέλεγκτης αστικής επέκτασης και εμπορευματοποίησης της γης.

Στις 3 μέρες έως την Ημέρα των Ευχαριστιών, κατά τις οποίες εξελίσσεται το μυθιστόρημα, ο Φρανκ συνειδητοποιεί ότι παρά τις καλοπροαίρετες προσπάθειές του να βρει καταφύγιο στη στασιμότητα της «μόνιμης περιόδου» και να απαλλαγεί από το άγχος της μεταβολής που νομοτελειακά οδηγεί στον θάνατο, η ζωή του είναι σε συνεχή κίνηση, διαγράφοντας μια δυναμική πορεία από το «Είναι» στο «Γίγνεσθαι» και επικυρώνοντας έτσι τη δημιουργικότητα της ελευθερίας του. Χωρίς ηθικολογίες ή διδακτικά συμπεράσματα, αλλά με αισιοδοξία και αποφασιστικότητα, ο Φρανκ καταφέρνει στο τέλος να βγει νικητής.

Ο ακτιβιστής των ιδεών

  • Περιπλάνηση στο φιλοσοφικό - στοχαστικό πεδίο του Γάλλου διανοητή Μισέλ ντε Σερτώ
Του Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2010
  • ΜΙΣΕΛ ΝΤΕ ΣΕΡΤΩ, μετ.: Κ. Καψαμπέλη, εκδ. Σμίλη
Ενα σημαντικό έργο (και ένα εξαιρετικό μεταφραστικό αποτέλεσμα) γίνεται επί τέλους κτήμα και του ελληνικού αναγνωστικού κοινού, κι ένας μεγάλος φιλόσοφος εισέρχεται στο εγχώριο ακαδημαϊκό τοπίο, χρόνια εγκλωβισμένο στους «μεταπράτες του μεταμοντέρνου».

Ο Μισέλ ντε Σερτώ (Michel de Certeau, 1925 -1986) αποτελεί μιαν ιδιάζουσα περίπτωση στη γαλλική σχολή των ανθρωπιστικών σπουδών και των επιστημών του νεύματος. Δεν θα αποτελούσε αυθαιρεσία, αν τον κατέτασσε κανείς σε μιαν «αιρετική τριπλέτα» της μεταπολεμικής γαλλικής διανόησης, μαζί με τον Ρολάν Μπαρτ και τον Πωλ Βιριλιό, ως προς τις τομές και τις ανατροπές που επιφέρουν σε ένα ευρύτερο φιλοσοφικό -στοχαστικό πεδίο (σημειολογία - δρομολόγια - ιστοριογραφία). Με τον Βιριλιό μάλιστα, συγγενεύει στις θρησκευτικές καταβολές και επιρροές (καθολικός ο πρώτος, ιησουίτης ο ντε Σερτώ), ενώ, παράλληλα, στο συγκεκριμένο έργο «συναντά», στους αντίποδες όμως της μαρξιστικής ανάλυσης, τον Ανρί Λεφέβρ, στην «Κριτική της καθημερινής ζωής» (1947) και την «Παραγωγή του χώρου» (1974).
  • Από τις δομές στις πρακτικές
Στο έργο του ντε Σερτώ συγκλίνουν η γλωσσολογική και η «χωρική» στροφή (linguistic, spatial turn), όπως αυτές διαμόρφωσαν τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις της φιλοσοφίας και των επιστημών του χώρου τα τελευταία τριάντα χρόνια. Οπως και στον Γκέοργκ Ζίμμελ, ο χώρος για τον ντε Σερτώ νοηματοδοτείται από την ανθρώπινη παρουσία και την κοινωνική πρακτική, αποκαλύπτει όχι μόνο τις πραγματικές διαστάσεις του, αλλά και τις υλικές συνθήκες, στις οποίες συγκροτείται και αναπαρίσταται, καθώς τοπογραφείται εκ νέου το αστεακό τοπίο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση των «σιτουασιονιστών», ενώ σχεδιάζονται νέες τακτικές πρόσβασης και αντίστασης, απέναντι στις κυρίαρχες στρατηγικές, που εποπτεύουν και επιτηρούν τον χώρο.

Μία βασική, συστατική της θεωρίας, διάκριση συνίσταται στη διαφοροποίηση μεταξύ χώρου (espace) και τόπου (lieu): ο πρώτος υποδηλώνει την τάξη, που προσδιορίζει τα στοιχεία των συμβιωτικών σχέσεων, ο δεύτερος αποτελεί ένα σύμπλεγμα κινητών στοιχείων. Στην «κατόπτευση» της μητρόπολης («το αστικό νησί, θάλασσα στη μέση της θάλασσας») από τον 110ο όροφο του World Trade Center (μια εικόνα που παραπέμπει στην εμβληματική σκηνή στο Πράτερ, από τον «Τρίτο άνθρωπο»), ήγουν των Διδύμων Πύργων, που «έπεσαν θύμα» της νέας μορφής τρομοκρατίας, εκεί που κάποτε μία επιγραφή, σαν ρήση μιας σύγχρονης Σφίγγας, προειδοποιούσε (με τραγικά αντίστροφη προφητικότητα) τον σύγχρονο Ικαρο πως «είναι δύσκολο να είσαι πεσμένος, όταν είσαι ανεβασμένος (τόσο) ψηλά», συμπυκνώνεται, παραστατικά και προγραμματικά, η θεώρηση πραγμάτων μέσα από την εναλλαγή «μικρο- και μακρο-κλίμακας». Καθώς συνδέεται η χωροταξία με την «πανοπτική» προσέγγιση του χώρου, σε σχέση με τις προδιαθέσεις της κοινωνικής θεωρίας αναδεικνύεται η περιπατητική πρακτική, ως μία μεταφορά (της ανάγνωσης του κειμενολογικού ιστού) του άστεως.

Κατ’ ουσίαν, ο ντε Σερτώ διευρύνει εξαντλητικά τη ζιμμελική θεώρηση του «ξένου» στις νομαδικές και καταναλωτικές ιδιότητες του σύγχρονου ανθρώπου («οι καταναλωτές μεταβάλλονται σε μετανάστες»), από τις οποίες, όμως, εκτιμά ότι υπάρχουν σαφείς δυνατότητες αντίστασης («αντιπειθαρχία», «γεωγραφίες του πράττειν») σε έναν κόσμο της μαζικής πρόσβασης, με τους συνακόλουθους καταναλωτικούς καταναγκασμούς, και του ελέγχου.
  • Χώρος, σκέψη, πράξη
Μέσα στον κυκεώνα της furia francesa, που καλλιεργεί γόνιμα το πνεύμα της εξέγερσης σε εκδοτικό, φιλοσοφικό και θεωρητικό επίπεδο, αναδεικνύονται τα αντικονφορμιστικά και διορατικά πνεύματα, που φιλοξενούνται στις εκδόσεις 10-18, όπως παραστατικά περιγράφει την «περιπέτεια των ιδεών» και την ρηξικέλευθη πορεία του ντε Σερτώ ο Λυς Ζιάρ στην «Ιστορία μιας έρευνας». Η «επινόηση της καθημερινής πρακτικής» μπορεί κάλλιστα να εκτιμηθεί ως μία μεταστροφή της αρχικής φιλοσοφικής προσέγγισης με αφετηρία και αφορμή το 1968: η ιστοριογραφία αποκτά συντεταγμένες, οριοθετείται και, ταυτόχρονα, εντάσσεται και συγκεκριμενοποιείται στον κοινωνικό χώρο. Αντλώντας τα αναγκαία συμπεράσματα από την εξέγερση του Μάη του ’68, όπως ο ίδιος έχει παραδεχτεί, και αποτυπώνονται σε μια σειρά κειμένων σχετικά με την εξουσία του λόγου, την πολιτική αφύπνιση της Αμερικής και την καθημερινή φύση της επικοινωνίας («La prise de parole et autres écrits politiques»), ο φιλόσοφος χαρτογραφεί την κοινωνική εμπειρία στον χώρο και μεταβάλλεται σε έναν «ακτιβιστή των ιδεών».

Το έργο του ντε Σερτώ δεν διαβάζεται ως «οδηγίες χρήσεως» της ζωής (γι’ αυτό φρόντισε η λογοτεχνία, με το ομότιτλο βιβλίο του Ζορζ Περέκ, δυο χρόνια πριν από την έκδοση της «Πρακτικής της καθημερινής ζωής»), αλλά ως μία «χωροθέτηση της ιστορίας και της κοινωνίας». Μια μυστικιστική («Ο μύθος του μυστικισμού», 1984) διαισθητικά φαινομενολογική και ταυτόχρονα ριζοσπαστικά απελευθερωτική προσέγγιση, που συμβάλλει σε ένα «νέο διαφωτισμό», από τον οποίο ο σύγχρονος άνθρωπος εμπνέεται διαρκώς, αναζητώντας την ταυτότητά του σε ένα ταξίδι στο κέντρο της ετεροτοπίας, όπως αυτή αρθρώνεται στις μητροπόλεις της ύστερης νεωτερικότητας.

Ο ρομαντικός Ζοζέ Σαραμάγκου


  • Νομπελίστας συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος, δημοσιογράφος, οργισμένος μπλόγκερ και ενεργός πολίτης ώς το τέλος
  • Της Ολγας Σελλα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27-06-10
«Ο μαθητευόμενος σκέφτηκε: “Είμαστε τυφλοί” κι έκατσε να γράψει το “Περί τυφλότητος”, για να υπενθυμίσει, σε όποιον τυχόν το διαβάσει, πως όταν εξευτελίζουμε τη ζωή χρησιμοποιούμε διεστραμμένα τη λογική, πως η αξιοπρέπεια της ανθρώπινης ύπαρξης προσβάλλεται καθημερινά από τους κραταιούς του κόσμου μας, πως το παγκόσμιο ψέμα πήρε τη θέση της πληθυντικής αλήθειας και πως ο άνθρωπος έπαψε να σέβεται τον εαυτό του όταν έχασε τον σεβασμό του για τον πλησίον. Κατόπιν, ο μαθητευόμενος, σαν να ’θελε να εξορκίσει τα τέρατα που γέννησε η τυφλότητα της λογικής, βάλθηκε να γράψει την πιο απλή απ’ όλες τις ιστορίες του: ένας άνθρωπος αναζητεί έναν άλλον άνθρωπο, μόνο και μόνο γιατί κατάλαβε πως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να απαιτήσει η ζωή από μια ανθρώπινη ύπαρξη».

Μ’ αυτά τα λόγια τελείωνε την ομιλία, το 1998, στη Στοκχόλμη, ο νομπελίστας συγγραφέας εκείνης της χρονιάς. Ο Πορτογάλος Ζοζέ Σαραμάγκου ήταν ήδη 76 χρόνων, αλλά σ’ αυτήν την ομιλία στη θέση του μαθητευόμενου έβαλε τον εαυτό και διηγήθηκε στα μέλη της Σουηδικής Ακαδημίας πώς άρχισε να γράφει, τι και ποιοι τον επηρέασαν. Ετσι μοιραζόταν τις σκέψεις του, σε όλη του τη ζωή, που τελείωσε πριν από δέκα μέρες. Και στο τέλος της ζωής του, θέλησε να τις μοιραστεί με πολύ περισσότερους από τους αναγνώστες των βιβλίων του: με όσους γοητεύονται από το Διαδίκτυο και επικοινωνούν μέσα από τις δικές του διαδρομές. Ετσι, από το blog του σχολίασε ένα σωρό θέματα και ζητήματα της επικαιρότητας: για τον Σαρκοζί, για το Ισραήλ, για τον Μπόρχες, τον Αμάντο και τον Φουέντες, αλλά και για τον Ομπάμα, τη Γάζα, τον νέο καπιταλισμό, το Γκουαντάναμο, την Αριστερά, τη Δικαιοσύνη, τον αθεϊσμό. Aκόμη, για ταπεινά περιστατικά της καθημερινότητας ή των προσωπικών του σκέψεων. Μερικά από αυτά τα κείμενα έγιναν το προτελευταίο βιβλίο του με τίτλο «Το τετράδιο». Από αυτό το ιδιόμορφο τετράδιο αντλούμε μερικές από τις παρεμβάσεις και τις επισημάνσεις του:

12 Φεβρουαρίου 2009: Λέμε σε όσους βρίσκονται σε σύγχυση «Γνώθι σαυτόν», σαν να ’ταν η γνωριμία με τον εαυτό μας η πέμπτη και δυσκολότερη πράξη της ανθρώπινης αριθμητικής, λέμε στους άβουλους «Θέλω ίσον μπορώ», σαν να μη διασκεδάζουν καθημερινά οι κτηνωδίες του κόσμου αυτού αντιστρέφοντας τη σχετική θέση των ρημάτων, λέμε στους αναποφάσιστους «Ξεκίνα απ’ την αρχή», σαν να ’ταν η αρχή η ορατή πάντα άκρη ενός κακοτυλιγμένου νήματος που αρκεί να το τραβήξει κανείς και να συνεχίσει να τραβάει για να φτάσει στην άλλη άκρη, στο τέλος, και σαν ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη να είχαμε στα χέρια μια γραμμή ισόπεδη και συνεχή όπου δεν θα χρειαζόταν να διαλυθούμε εμείς ούτε να ξετυλιχτούμε μπερδεμένοι, πράγμα απίθανο να συμβεί στη ζωή των κουβαριών και, αν μου επιτραπεί ακόμα μια κοινοτοπία, και στα κουβάρια της ζωής.

23 Ιανουαρίου 2009: Οι ερωτήσεις «Ποιος είσαι;» ή «Ποιος είμαι;» έχουν εύκολη απάντηση: διηγείται ο άνθρωπος τη ζωή του κι έτσι παρουσιάζεται στους άλλους. Η ερώτηση που δεν έχει απάντηση διατυπώνεται αλλιώς: «Τι είμαι;» Οχι «ποιος», αλλά «τι». Αυτός που θα κάνει την ερώτηση θα βρεθεί αντιμέτωπος με μια λευκή σελίδα και το χειρότερο είναι πως δεν θα μπορέσει να γράψει ούτε μια λέξη.

ΖΟΖΕ ΣΑΡΑΜΑΓΚΟΥ: Συγγραφέας που αγάπησε τη ζωή και τον άνθρωπο

  • Ο κομμουνιστής δημιουργός «έφυγε» στις 18/6/2010
Πάντα πρόθυμος να στηλιτεύσει τις παρεκτροπές των απανταχού ισχυρών, κομμουνιστής από νεαρή ηλικία, ένθερμος υποστηρικτής του Κομμουνιστικού Κόμματος Πορτογαλίας ως το τέλος της ζωής του, ο νομπελίστας Πορτογάλος συγγραφέας Ζοζέ Σαραμάγκου, που πρόλαβε να δει εκδομένο το τελευταίο του αλληγορικό μυθιστόρημα «Κάιν» (Νοέμβρης 2009), «έφυγε» την περασμένη βδομάδα από τη ζωή, στο νησί Λανθαρότ (των Κανάριων νήσων), όπου ζούσε από το 1993 αυτοεξόριστος. Αιτία της αυτοεξορίας του στάθηκαν οι απόψεις του που εξόργισαν τα μέλη της κοινότητας των καθολικών της χώρας του, ειδικά μετά την έκδοση του μυθιστορήματος «Το κατά Ιησούν Ευαγγέλιον» (με την παρουσίαση του Ιησού από τον συγγραφέα ως σφαλερού ανθρώπινου όντος), ώστε η συντηρητική κυβέρνηση της Πορτογαλίας να απορρίψει την υποψηφιότητά του για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, διατεινόμενη ότι το έργο αυτό προσέβαλε την Καθολική Εκκλησία και τους πιστούς της.
 
Βίαιες αντιδράσεις από την Καθολική Εκκλησία προκάλεσε, όμως, και το Κύκνειο άσμα του, ο «Κάιν» (2009), μια νουβέλα με πρωταγωνιστές τον Κάιν, τον Θεό και την ανθρωπότητα. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της παρουσίασης του βιβλίου, ο Σαραμάγκου είπε ότι η Βίβλος είναι «ένα εγχειρίδιο κακής ηθικής» και «ένας κατάλογος με ό,τι χειρότερο έχει η ανθρώπινη φύση».
  • Μορφή του κομμουνιστικού κινήματος
Η ΚΕ του ΚΚΕ, πληροφορούμενη το θάνατο του μεγάλου κομμουνιστή συγγραφέα, απέστειλε στο Πορτογαλικό ΚΚ την παρακάτω συλλυπητήρια επιστολή: «Πρόκειται για μια μεγάλη απώλεια μιας διακεκριμένης μορφής του κομμουνιστικού κινήματος με σημαντικό συγγραφικό έργο που ταυτίστηκε ως το τέλος της ζωής του με την πάλη των κομμουνιστών, αλλά και του εργατικού λαϊκού κινήματος για έναν κόσμο χωρίς καπιταλιστική εκμετάλλευση. Το έργο του θα αποτελεί πηγή έμπνευσης και άντλησης επαναστατικής αισιοδοξίας για τους κομμουνιστές σε όλο τον κόσμο, για την εργατική τάξη σε κάθε χώρα».

Χιλιάδες λαϊκών ανθρώπων, με τα κομμουνιστικά λάβαρα, αποχαιρέτησαν τον αγωνιστή δημιουργό
Ο Σαραμάγκου, συγγραφέας, ποιητής, σεναριογράφος, δημοσιογράφος, γεννήθηκε στις 16 Νοέμβρη 1922 και ήταν παιδί οικογένειας ακτήμονων χωρικών από το χωριό Αζινιάγκα της Πορτογαλίας, ένα μικρό χωριό στην επαρχία Ριμπατέζου, 100 περίπου χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Λισαβόνας. Το 1924, η οικογένεια Σαραμάγκου μετακόμισε στη Λισαβόνα, όπου ο πατέρας του ξεκίνησε τη δουλειά του αστυνομικού. Μερικούς μήνες μετά τη μετακόμιση της οικογένειας στη Λισαβόνα, ο μεγαλύτερος κατά δύο χρόνια αδελφός του συγγραφέα, Φραντσίσκο, πεθαίνει. Στα 12 του χρόνια εγκατέλειψε το σχολείο και για περίπου μία διετία εργάστηκε ως κλειδαράς.
 
Στη συνέχεια, εξαιτίας της οικονομικής ανέχειας της οικογένειάς του, γράφτηκε σε τεχνική σχολή, αντί για το κλασικό γυμνάσιο που ήθελε. Μετά την αποφοίτησή του, εργάστηκε για δύο χρόνια ως μηχανικός αυτοκινήτων. Αλλά ο νεαρός Σαραμάγκου είχε πάθος με τα Γράμματα, με την ανάγνωση, τη μάθηση και τελικά το γράψιμο. Ετσι, ο αυτοδίδακτος αυτός συγγραφέας έμαθε μόνος του ξένες γλώσσες και από νωρίς μπήκε στο δημοσιογραφικό στίβο. Εργάστηκε στην εφημερίδα «Diario de Νoticias» ως το 1975, όταν πλέον μπορούσε να ζήσει αξιοπρεπώς από τα συγγραφικά δικαιώματα των βιβλίων του. Στα Γράμματα εμφανίστηκε πολύ νέος, το 1947, με το μυθιστόρημά του «Γη της Αμαρτίας» , που ωστόσο δεν προκάλεσε καμία αίσθηση. Το 1969 εντάχθηκε στο Πορτογαλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και τον Απρίλη του 1974 συμμετείχε στην «Επανάσταση των Γαριφάλων», που οδήγησε στην πτώση της χούντας του Σαλαζάρ. Το δεύτερο μυθιστόρημά του ήταν το «Εγχειρίδιο ζωγραφικής και καλλιγραφίας» (1977). Ευρέως γνωστός έγινε με το «Χρονικό του μοναστηριού» (1982). Σε μεγάλη ηλικία έγραψε και τα σημαντικότερα μυθιστορήματά του, την «Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας», την «Πέτρινη σχεδία», το «Περί τυφλότητας», το «Κατά Ιησούν Ευαγγέλιον» και το «Η χρονιά που πέθανε ο Ρικάρντο Ρέις».
  • «Δεν πρόκειται ν' αλλάξω»
Παρά το Νόμπελ (1998) και τη διεθνή αναγνώριση, ο Πορτογάλος συγγραφέας εξακολούθησε να είναι παραγωγικός και πάντα πρόθυμος να στηλιτεύσει τις παρεκτροπές των απανταχού ισχυρών. Υπερασπίστηκε το δικαίωμα των Παλαιστινίων να ζήσουν σε μια δική τους πατρίδα συγκρίνοντας τη ζωή στους καταυλισμούς των προσφύγων στην Παλαιστίνη με το Αουσβιτς, ξεσηκώνοντας αντιδράσεις. Ενωσε τη φωνή του με τους Ζαπατίστας στη ζούγκλα του Μεξικού και με τους Βεδουίνους στη Δυτική Σαχάρα. Και δε δίστασε ποτέ να ασκήσει κριτική σε προέδρους όπως ο Μπους και να αποκαλέσει τον Μπερλουσκόνι εμετικό. Οσο για την «Ευρώπη των πολιτών», στα μάτια του Σαραμάγκου δεν ήταν παρά «μια κακόγουστη φάρσα, ένας μύθος για να κοιμόμαστε όρθιοι, στην εποχή όπου ο παγκόσμιος φιλελευθερισμός είναι μια όχι και τόσο καινούρια μορφή του ολοκληρωτισμού». Κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Λίβανο, το 2006, υπέγραψε δήλωση μαζί με άλλους διανοούμενους, καταδικάζοντας αυτό που χαρακτηρίζει ως «πολύχρονη στρατιωτική, οικονομική και γεωπολιτική πρακτική, της οποίας ο πολιτικός σκοπός δεν είναι τίποτα λιγότερο παρά η εξολόθρευση του παλαιστινιακού λαού». Ενώ, με κάθε ευκαιρία εξέφραζε την αλληλεγγύη του στην Κούβα, ζητώντας την άρση του βάρβαρου αποκλεισμού από τις ΗΠΑ. Οπως και, με κάθε ευκαιρία, δε δίσταζε να συστήνεται όχι μόνον ως άθεος, αλλά και ως κομμουνιστής. «Ο κομμουνισμός είναι στις ορμόνες μου», έλεγε σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του. «Οπως το σώμα μου έχει ορμόνες που κάνουν τα γένια μου να μεγαλώνουν, έτσι έχει κι ορμόνες που με κάνουν κομμουνιστή. Δεν πρόκειται να αλλάξω, θα ήταν ντροπή να γίνω κάποιος άλλος».

Ο συγγραφέας περνούσε τις διακοπές του στο χωριό των γονιών του, Αζινιάγκα, μαζί με τους παππούδες του. Οταν ο παππούς του έπαθε καρδιακή προσβολή και έπρεπε να πάει στη Λισαβόνα για θεραπεία, ο Σαραμάγκου θυμάται: «Πήγε στην αυλή του σπιτιού, όπου υπήρχαν λίγα δέντρα, μερικές ελιές και συκιές. Και πέρασε από όλα αγκαλιάζοντάς τα με τη σειρά, κλαίγοντας, λέγοντάς τους "αντίο", μιας και ήξερε πως δε θα επέστρεφε». Το να βλέπεις και να ζεις κάτι τέτοιο, λέει ο Σαραμάγκου, αν αυτό δε σε σημαδεύει για την υπόλοιπη ζωή σου, τότε δεν έχεις αισθήματα.
  • Αγώνας με κάθε κόστος
Στο λογοτεχνικό του «σύμπαν», με τα αλληγορικά μυθιστορήματά του, οι ήρωές του αγωνίζονται έντονα για την ανάγκη τους να συνδεθούν μεταξύ τους, να σφυρηλατήσουν σχέσεις και δεσμούς κοινότητας, καθώς και για την ανάγκη τους για ιδιαιτερότητα, ατομικότητα, όπως και να βρουν νόημα και αξιοπρέπεια.

Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου συχνά πραγματεύονται φανταστικά σενάρια, όπως αυτό στο μυθιστόρημά του «Η Πέτρινη Σχεδία» (1986), στο οποίο η Ιβηρική Χερσόνησος, μετά από μία ρωγμή στα Πυρηναία, αποσπάται από την υπόλοιπη Ευρώπη και πλέει στον Ατλαντικό Ωκεανό. Στο μυθιστόρημά του «Περί Τυφλότητος» (1995), μια ολόκληρη απροσδιόριστη χώρα έχει πληγεί από μια μυστήρια μάστιγα «λευκής τυφλότητας», με διαρκώς αυξανόμενα περιστατικά αιφνίδιας τύφλωσης στον πληθυσμό.

Το «Περί Φωτίσεως» αποτελεί ένα σαφές ευθύβολο και καυτό σχόλιο για το σήμερα και κυρίως για τη σύγχρονη δημοκρατία. Το καθεστώς άλλωστε, στο οποίο λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του βιβλίου (το οποίο χρησιμοποιεί ουσιαστικά ολοκληρωτικές μεθόδους), δεν είναι μια δικτατορία, μια στρατιωτικά επιβεβλημένη ολιγαρχία, ή ένα υποθετικό μελλοντικό καθεστώς. Ο χρόνος είναι το Τώρα και ο τόπος είναι το Εδώ. Το μυθιστόρημα πραγματεύεται τα όρια της δημοκρατίας και διερευνά μέχρι ποιο σημείο φτάνουν στην πράξη οι ελευθερίες των πολιτών της. Η πρόδηλη αγάπη του Σαραμάγκου προς τον Ανθρωπο, οι ήρωές του που διακατέχονται από μια πηγαία αξιοπρέπεια, το ήθος που κρατούν με κάθε κόστος, αποτελούν από μόνα τους το καλύτερο σημάδι ελπίδας.

Στις 19/6 η σορός του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στη Λισαβόνα και στις 20/6 έγινε η κηδεία του, στην οποία μίλησε ο ΓΓ του ΚΚ Πορτογαλίας Τζερόνιμο Ντε Σόουσα, εξαίροντας το έργο και τη δράση του κομμουνιστή λογοτέχνη.

Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 27 Ιούνη 2010

Η ποίηση ως αύριον και ως χθες

  • ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ* Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010
  • ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ, Το θέαμα του Μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου, επιμέλεια Γιώργης Γιατρομανωλάκης, εκδόσεις Άγρα, σελ. 16, εκτός εμπορίου
Πριν απ' οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως αν αποπειραθούμε να αποφανθούμε περί του κειμενικού είδους στο οποίο ανήκει το Θέαμα του Μπογιατίου ως κινούμενου τοπίου, εντεύθεν του ορίζοντα της κρατικοποιημένης σεφερικής ποιητικής, το αξιοθαύμαστο κείμενο του Εμπειρίκου δεν είναι ποίημα. Καμιά «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» δεν καλύπτει τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τον λόγο. Ούτε ίχνος συμβολισμού δεν έχει απομείνει στην αλληγορική αμεσότητά του - αν το οξύμωρο αυτό σημαίνει, πολύ απλά, την ιδιάζουσα ποιητική ευαισθησία που χάραξαν στο πετσί της παχύσαρκης γραμματολογίας μας ο Βιζυηνός και ο Καρυωτάκης. Μόνον ίσως ο κάθε άλλο παρά υπερρεαλιστικός ειρωνικός τόνος ανάβει ένα ασθενικό φως πάνω από τον ύστερο Παλαμά. Τίποτα δεν προμηνύει το συμβάν του Θεάματος... στα 1933. Ούτε καν ο υπερρεαλισμός. Και ο Σαντράρ, με τον Παναμά... και την Ιωάννα... του ήταν τότε άγνωστη γη για την καθ' ημάς Ανατολή. Όχι όμως και για τον Εμπειρίκο. Σίγουρα όχι. Φυσικά, δεν είναι καθόλου απαραίτητο να επεξεργάστηκε ο Έλληνας ποιητής κάποιο ξένο πρότυπο. Ήδη ο επιμελητής, του προσφάτως ευρεθέντος χειρογράφου, παραθέτει την άποψη του Ελύτη για τον Εμπειρίκο, σύμφωνα με την οποία ο δεύτερος «συναντήθηκε καθ' οδόν με τον υπερρεαλισμό, παρά που έγινε απλώς, κοντά σε πολλούς άλλους, οπαδός του». (σ. 11). Συνέβη, άλλωστε, κάτι παρόμοιο στον Εγγονόπουλο, ο οποίος συναντήθηκε καθ' οδόν με τον βορτισμό του Έζρα Πάουντ. Ποίημα -με τη θεσμικά κυρωμένη έννοια- το Θέαμα... θα μπορούσε να θεωρηθεί μόνο σήμερα· και μάλιστα ποίημα πεζόμορφο (βλ. ΥΕΠΘ - ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ: Λεξικό Λογοτεχνικών όρων. Αθήνα, ΟΕΔΒ, 2006. σ. 144).

Ο Εμπειρίκος δεν θέλησε ποτέ να φέρει στη δημοσιότητα το Θέαμα..., το οποίο «από αυτήν την άποψη», σημειώνει ο επιμελητής της έκδοσης, «είναι χαρακτηριστικό μιας μεταβατικής περιόδου». Αυτό καθίσταται σαφές με την ανάγνωση του ποιήματος, αλλά περιπλέκει κάπως τα πράγματα αναφορικά προς τη συνέχεια και την ομαλότητα της διαδικασίας διαμόρφωσης του εμπειρίκιου ύφους. Το Θέαμα... δεν είναι υπερρεαλιστικό ποίημα και, το σημαντικότερο, δεν είναι ούτε σχεδίασμα ούτε πρωτόλειο ούτε άλλου είδους γέφυρα, από ένα στάδιο διαμόρφωσης της ποιητικής του πατριάρχη του ελληνικού υπερρεαλισμού σε ένα ανώτερο.

Το ενδεχόμενο να μην τολμούσε να προχωρήσει σε δημοσίευση του ποιήματος -αφού από την εποχή της σύνθεσής του (1933), μέχρι και τον θάνατο του ποιητή (1975) το πνευματικό περιβάλλον διαμορφωνόταν κατά κύριο λόγο από ανθρώπους οι οποίοι χρησιμοποιούσαν ανατριχιαστικά φασιστικές εκφράσεις όπως «τεχνητή καλλιέργεια ψυχικών μικροβίων» (Ανδρέας Καραντώνης) για να χαρακτηρίσουν τις πνευματικές τάσεις που απαξίωναν ως θεσμικοί κριτικοί- θα πρέπει να το αποκλείσουμε, δεδομένου ότι ο Εμπειρίκος κάθε άλλο παρά δειλός υπήρξε ως διανοούμενος.

Το πιθανότερο είναι να εγκατέλειψε τον δρόμο που άνοιγε το Θέαμα... για δύο λόγους. Ο πρώτος έχει κάνει με την ολοένα και μεγαλύτερη εμπλοκή του στην υπόθεση της ψυχανάλυσης. Αυτή ακριβώς η εμπλοκή εξηγεί την ιδιότυπη χρήση τής καθαρεύουσας, που αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του εμπειρίκιου ύφους και απουσιάζει από το Θέαμα... Ο Εμπειρίκος συνέθετε τα ποιήματά του στην καθαρεύουσα των προπολεμικών σαλονιών, ενθέτοντας ορισμένες λέξεις ή και προτάσεις της δημοτικής των λαϊκών συνοικιών (κυρίως επιφωνήματα και επιφωνηματικές φράσεις). Το γεγονός πως θεωρούσε την καθαρεύουσα κατεξοχήν γλώσσα του υπερεγώ και τη δημοτική γλώσσα του ασυνειδήτου είναι κάτι περισσότερο από προφανές. Εξάλλου, με πολλούς τρόπους έδειξε πως θεωρούσε το λαϊκό -έντονα συνδεδεμένο με την πρωτογενή σεξουαλικότητα- στοιχείο ως κατευθυνόμενο από τις ορμές του ασυνειδήτου. Αναγνώριζε έτσι κάποιο είδος ταξικού χαρακτήρα στη δομή της συνείδησης. Η «στράτευσή» του στην υπόθεση της ψυχανάλυσης, η οποία τον οδήγησε στην αποδοχή της κομμουνιστικής ιδεολογίας, ήταν ο πρώτος λόγος της εγκατάλειψης του δρόμου που άνοιγε το Θέαμα... 

Ο δεύτερος λόγος, αφορά στο γεγονός πως η ποιητική του Θεάματος... δεν θα γινόταν κατανοητή στην ιδιαιτερότητά της από την πνευματική αγορά της εποχής. Το φουτουριστικό αυτό ποίημα, όπως δείχνει ο τίτλος του, συντάσσεται με την άποψη του Λέοντα Τρότσκι, σύμφωνα με την οποία ο φουτουρισμός θα πρέπει να αποτινάξει τον φετιχισμό του τεχνολογικού γιγαντισμού και να ασχοληθεί με την ανάδειξη των μελλοντικών προοπτικών της καθημερινότητας. Ωστόσο, το ποίημα του Εμπειρίκου διαθέτει τις δικές του προοπτικές. Θεωρητικά τουλάχιστον, η στάση του ποιητικού υποκειμένου απέναντι στην ποίηση περιγράφεται με ακρίβεια από τον Κάζμιρ Μάλεβιτς, στο ιδρυτικό κείμενο του σουπρεματισμού: «Λέγοντας σουπρεματισμός, εννοώ την κυριαρχία της αμιγούς αίσθησης στην τέχνη. Για τον σουπρεματιστή, τα οπτικά φαινόμενα του αντικειμενικού κόσμου, καθαυτά, δεν έχουν νόημα. Αυτό που δίνει νόημα στα πράγματα είναι η αίσθηση, καθαυτή, άσχετα με το περιβάλλον που την προκάλεσε. Η επιλεγόμενη συνειδητή 'υλοποίηση' μιας αίσθησης, στην πραγματικότητα σημαίνει υλοποίηση του ειδώλου της αίσθησης μέσω ρεαλιστικών συλλήψεων. Παρόμοιες ρεαλιστικές συλλήψεις δεν έχουν καμιάν αξία για τον σουπρεματισμό... Και όχι μόνο για τον σουπρεματισμό, αλλά και για την τέχνη γενικώς, επειδή η εγγενής, πραγματική αξία ενός έργου τέχνης (σε όποια σχολή και αν ανήκει) ενυπάρχει αποκλειστικά στην αίσθηση που εκφράζει» (Κάζμιρ Μάλεβιτς: Ο μη αντικειμενικός κόσμος, 1926). Άλλωστε, ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζει ο Εμπειρίκος τις εικόνες του κόσμου που κινείται μπροστά του, αποτελούσε ένα από τα κεντρικά θέματα της ρωσικής avant-garde και είχε αποτυπωθεί εμβληματικά στον πίνακα «Κινούμενο τοπίο» του φουτουριστή και σουπρεματιστή ζωγράφου Ιβάν Κλιουν, ήδη από το 1913. Εκεί, ο Κλιουν κατασκευάζει με φυσικά και τεχνητά υλικά: ξύλο, μέταλλο, πορσελάνη, πέτρα κλπ. ένα τοπίο, όπως φαίνεται από το παράθυρο ενός κινούμενου τρένου. Η ενασχόληση του Εμπειρίκου με τα προτάγματα της ρωσικής avant-garde είναι περισσότερο και από εμφανής. Ειδικά, στο δεύτερο μισό του Θεάματος..., ο Μαγιακόφσκι των 100.000.000 κυκλοφορεί ανάμεσα στους στίχους.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση, η ποιητική του Θεάματος... είναι εντυπωσιακά σύγχρονη. Το ποίημα είναι κατασκευασμένο με υλικά που ανήκουν στον πεζό, στον ημερολογιακό και στον δοκιμιακό λόγο. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι σημαίνουσες ομοιοκαταληξίες, κατά το πρότυπο της γραφής του Μαγιακόφσκι, που δεν χαρακτηρίζονται από τον συνηθισμένο στον μεσοπόλεμο ειρωνικό τόνο, αλλά από τη μεταμοντέρνα δημοκρατία της συνειδητότητας: η ποίηση είναι αγωγός ψυχικού μάγματος, το οποίο η συνείδηση του ποιητή αντιμετωπίζει σαν πολύτιμο υλικό, δίχως να παραδίδεται ανεξέλεγκτα στην ορμή του. Ένα άλλο μεταμοντέρνο χαρακτηριστικό είναι η βεβήλωση, ως μέσον δημιουργίας καινούργιων ιεροτήτων. «Και ρύσαι ημάς από τους πονηρούς αστούς», γράφει ο Εμπειρίκος λίγο πριν από το τέλος του Θεάματος... Η τρυφερότητα με την οποία διαστρέφεται ο ιερός λόγος της προσευχής - δεν θα μπορούσε να διενεργηθεί πριν από το τις πρώτες εμφανίσεις του μεταμοντερνισμού (δεν εννοούμε εδώ τον μεταμοντερνισμό της κοσμοπολιτικής αποχαύνωσης). Ο στίχος αυτός υποδηλώνει μια στάση απέναντι στον πολιτισμό εντελώς σημερινή: Η προσευχή, όπως και η θρησκευτική κατάνυξη, δεν είναι άχρηστο υλικό, αλλά περιέχει ψυχικό υλικό με ιστορική δυναμική· και η απόφαση να αλλάξει ο κόσμος στη βάση της ισότητας και της ελευθερίας των πολιτών είναι χαρακτηριστικό που διατρέχει κάθε δυναμική ιστορική μορφή και όχι μία μόνο ιδεολογία.

Η ανακάλυψη του Θεάματος... σωριάζει σε ερείπια πολλές -και σπουδαίες- πλευρές της θεσπισμένης ιστορικής αφήγησης της ποίησής μας. Οι λεπτομέρειες είναι ζήτημα ευσυνείδητης εργασίας.
*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

Τα ματωμένα ποιήματα του Μανώλη Φουρτούνη

  • ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΡΕΜΜΥΔΑ* Η ΑΥΓΗ: 27/06/2010
  • ΜΑΝΩΛΗΣ ΦΟΥΡΤΟΥΝΗΣ, Διαδρομές, συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σελ. 156
Η απόσταση ανάμεσα στην εποχή ονείρων, δράσης, ελπίδας και στα σημερινά χρόνια της παρακμής δεν είναι τόσο μεγάλη όσο απόμακρη φαντάζει. Κι είναι ένα ερώτημα το πώς καταλήξαμε στους «τακτοποιημένους αριθμούς/ με τα τακτοποιημένα ονόματα [δίχως] καθόλου φαντασία» της σύγχρονης ηθικής, ιδεολογικής και πολιτικής απαξίωσης, μιας κοινωνίας που λίγο πριν διαδήλωνε και διεκδικούσε μια άλλη ζωή: Τι μπέρδεμα κι αυτό/ με τις λέξεις/ ποιο το θύμα/ ποιος ο θύτης/ ποιος ο ήρωας/ ποιος ο προδομένος./ Θα το γράψει η ιστορία/ των εκάστοτε κρατούντων.

Για τη δική μου γενιά ηχούσαν, ακόμα, ηρωικά (μολονότι τελικώς πένθιμα) τα γεγονότα της αντίστασης και τα όσα επακολούθησαν: χρόνια μ' αγώνες/ πολλούς αγώνες. με νίκες και με ήττες/ χρόνια των πεινασμένων, των ανέργων/ των συνωμοτών, των κατατρεγμένων/ χρόνια με φυλακές, με εξορίες... Κι είναι να απορείς πώς τα καλοκάγαθα ποιήματα, οι διστακτικές νοσταλγικές/ρομαντικές λέξεις, τα χέρια «που ετοιμάζονται να ψηλαφήσουν τον κόσμο», οι ευγενικές και τρυφερές φράσεις τού Μανώλη Φουρτούνη υποκρύπτουν, ή γιατί όχι διαλαλούν, την πορεία, τη σιωπή, το πείσμα, την απόφαση. Ίσως είναι η πρώτη φορά που διαβάζω τόσο φιλεύσπλαχνα, ματωμένα και ταυτοχρόνως δικαιωμένα ποιήματα: Οι αλφαμίτες κορδωμένοι, κάπου κάπου χαμογελάνε σαν άνθρωποι Δεν θέλω αύριο/ να περπατήσουμε στον ίδιο δρόμο,/ δεν θέλω να μπούμε στο ίδιο μαγαζί./ Δεν θέλω να κοιτάξουμε τον ίδιο ουρανό. Και αλλού: δυο χέρια που ξέρουν/ να κρατάνε το πείσμα./ Κανένα σημάδι απ' τους ορίζοντες/ ο ήλιος σκοντάφτοντας στα ντουβάρια.

Καθαρή η εκφορά των ρημάτων που αξιοποιεί. (Κυρίαρχος, βασιλιάς,/ ο ενεστώς) χρόνος του που μας υποβάλλει στα ρήματα: «κρυώνω», «ανήκω», «απλώνω τα χέρια», «ψάχνω», «στεγνώνω». Συγκεκριμένα στην απόλυτη σαφήνεια τους ουσιαστικά: «ο φόβος», «οι χαφιέδες», «οι δεσμοφύλακες», «κουράγιο», «αφοσίωση», «υπόσχεση», «τα γράμματα στην κωλότσεπη», «οι κουβέντες με τη μάνα, με τον μικρότερο αδερφό», ένα τσιγάρο - τι να ξέρουν άραγε από αυτό, το ένα τσιγάρο, οι ξενέρωτοι γραφειοκράτες των Βρυξελλών; Λιτά πλην περιεκτικά (και όχι καλλωπιστικά στην καθημερινότητά τους) τα επίθετα που αξιοποιεί: (Ένα επίθετο,/ για να χαρακτηρίσουμε/ τη στιγμή,/ μόλις γεννήθηκε/ και πέθανε/ στον επόμενο τόνο): «η κλεισμένη βαριά πόρτα», «η τρύπια σκηνή», «οι τρύπιες κάλτσες», «το λερωμένο κολάρο πουκαμίσου».

Στα ποιήματά του αποδίδεται με τον πιο διάφανο τρόπο η απειροελάχιστη στιγμή «ανάμεσα στις χειροπέδες και την ελευθερία», το εμφανώς τυχαίο που καθορίζει ζωές και γενιές, που σε περνά από τη μια ή την άλλη πλευρά, που άλλοτε σε κάνει ήρωα και κάποτε υποτελή, που κάποιους αναγορεύει σε ανθρώπους και άλλους υποβιβάζει σε κτήνη: Μια στιγμή να κρατήσω μια τούφα/ απ' τα μαλλιά μου, ένα κομμάτι/ απ' το παντελόνι μου, ένα κομμάτι/ απ' τη σάρκα μου. Δεν έχω,/ δεν θέλω να φορέσω άλλο παντελόνι,/ δεν θέλω να φορέσω άλλη σάρκα. Όταν τελικά επιτυγχάνεται η εξαΰλωση/υπέρβαση των συμβατών (και συμβατικών) πραγμάτων, τότε η ζωή αποκτά τη δική της διάσταση στο δικό του χώρο και στις δικές του συντεταγμένες. Τα αιτήματα διατυπώνονται σε δεύτερο πρόσωπο, όχι από φόβο ή συστολή αλλά από μια ωριμότητα που σε αναγκάζει να αποδραματοποιείς τις συνθήκες, να απομυθοποιείς την εξουσία, να σέβεσαι την καθημερινότητα, να δίνεις οντότητα και υπόσταση στα απλά και ταυτοχρόνως μεγάλα: κίτρινα φύλλα,/ μόλις τα έκοψε ο άνεμος, βράδυ, ένα κύμα, μια καλημέρα/ μια νύχτα χωρίς κανονισμό/ να ξαπλώσεις σε μια πολυθρόνα/ και να διαβάζεις στίχους ή οικονομία, αδιάφορο/ να 'σαι άρρωστος και να 'χεις ένα προσκέφαλο...

Γεννημένος στο χωριό Κέφαλος της Κω (3 Οκτωβρίου του 1926), που, όπως και τα υπόλοιπα Δωδεκάνησα, τελούσε υπό ιταλική κατοχή, ο Φουρτούνης διδάχτηκε ιταλικά, που τ' αξιοποίησε στη συνέχεια μεταφράζοντας για βιοπορισμό και, το κυριότερο, για λογαριασμό της Επιθεώρησης Τέχνης. (Εδώ εστιάζεται και η δεύτερη τυχαία στιγμή της ζωής: η γνωριμία του με τον Δημήτρη Ραυτόπουλο στους τόπους εξορίας. Η Σιωπή -σημαδιακός και ταιριαστός ο τίτλος του διηγήματος του Γκράνιν- που έμελε να αποκαλύψει, χωρίς να διδάξει ωστόσο, τους εμπνευστές γραφειοκράτες της κομματικής τους δίκης. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά, με τις συνέπειές τους να βαραίνουν στο κέλυφος της σημερινής αμήχανης και πολιτικά/πολιτισμικά περιθωριακής αριστεράς.

Μολονότι τα ποιήματα του Φουρτούνη αναπνέουν/αποπνέουν τόπους εξορίας: Άη Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος, Παρθένι, Ωρωπός, ή ίσως ακριβώς γι' αυτό, παραμένουν ποιήματα ζωής και ανοικτού χώρου/ορίζοντα. Εξωστρεφείς εκμυστηρεύσεις από καρδιάς, γι' αυτούς που έχουν τους καθαρούς κώδικες επικοινωνίας, δηλαδή τους ανθρώπους. Ένας γλάρος πάνω στην πέτρα, ένας ήλιος ζεστός στην αγκαλιά μας, μια παρέα με αγόρια και κορίτσια/ να χαμογελάς λίγο ηλίθια, λίγο καταφρονεμένα/ και να κρατάς το χέρι της, είναι οι εικόνες που συμπυκνώνονται και συμπυκνώνουν μια ποίηση δίχως τερτίπια, φιοριτούρες, ξεπερασμένους άνευρους εξυπνακισμούς, ρηχές κοινοτοπίες που αν μη τι άλλο δείχνουν την αμηχανία αλλά και το ελλιπές του συναισθήματος.

Δεν πιστεύω πως η ποίηση του Μανώλη Φουρτούνη είναι μια νοσταλγική -με την έννοια της θρηνητικής- ποίησης (κι ας μην μας παρασύρει το καταληκτικό επίθετο στο ποίημά του υπ' αριθμ 70, σελ. 58. Άλλωστε εγώ έκανα απλώς λόγο, πιο πάνω, για «νοσταλγικές λέξεις»). Δεν πιστεύω ότι τα ποιήματά του βρίσκονται κολλημένα στο χθες, συνομιλώντας στατικά και αποκλειστικά με το παρελθόν τους. Ακόμα κι όταν ομνύει σε αγαπημένους, η φωνή του δεν έχει απόχρωση θλίψης για τους νεκρούς, αλλά τη σταθερότητα της συναίσθησης των τετελεσμένων, όπως τα ζήσανε και τα διαμόρφωσαν παρότι «ηττημένοι». (βλ. το ποίημα 44 σελ. 150, ό.π.). Η συλλογή του περικλείει τη διαδρομή της σύγχρονης ελληνικής αριστεράς, δίχως μεμψιμοιρίες, πονετικά λόγια, ή λυγμούς για τα όποια χαμένα. Είναι μια συνειδητή πράξη συνέπειας, μια καθαρή θέση υπεροχής έναντι των εφησυχασμένων και των άνευρων. Μια δικαίωση της ομορφιάς και του κόσμου, που μπορούν να χαίρονται όσοι διακινδύνευσαν, όχι υπαίτια, να τον χάσουν: Κάνω το σταυρό μου/ και σκύβω το κεφάλι/ να προσκυνήσω/ τόση ομορφιά. Ίσως είναι μια ακόμα απόδειξη της υπεροχής του ανθρώπου, όταν επιμένει ενεργητικά να συνομιλεί με λέξεις καθαρές, απλές, καθημερινές, που φτιάχνει και εκστομίζει ο ίδιος, αντί να θεάται παθητικά τα σερβιρισμένα κλισέ που τρίτοι κατασκευάζουν για λογαριασμό του: Οι λέξεις δεν φτιάχνουν/ τον κόσμο/ είναι βέβαιο/ επίσης βέβαιο είναι/ χωρίς τις λέξεις/ δεν θα υπήρχε ο κόσμος/ μόνο ένα κουβάρι ερπετά. Ο καθένας τελικά μπορεί ελεύθερα να διαλέξει το ρόλο που του ταιριάζει.
*Ο Κώστας Κρεμμύδας είναι ποιητής και εκδότης του περιοδικού Μανδραγόρας