Friday, July 4, 2008

ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ



Στη δεκαετία του 1920 ο Αυστριακός φιλόσοφος Λούντβιχ Βιτγκενστάιν σχεδίασε και έχτισε ένα σπίτι στη Βιέννη για την αδελφή του. Είχε μεγάλες φιλοδοξίες για το εγχείρημα και απεριόριστα οικονομικά μέσα (η οικογένειά του ήταν μία από τις πλουσιότερες της Βιέννης), αλλά όταν τελείωσε το κτίριο το βρήκε βαρύ και άκομψο.

  • Νέα εικόνα του Διαφωτισμού

Η κύρια σκέψη που διατρέχει σαν ενοποιητικό νήμα το βιβλίο του Richard Sennett, Τhe Crafstman, που εκδόθηκε πρόσφατα (Yale University Press, 326 σελ., 27,50 δολάρια), είναι ότι «το πράττειν εστί φιλοσοφείν» ή, απλούστερα, η πράξη είναι σκέψη. Επ’ αυτού, η περίπτωση του Βιτγκενστάιν και η εμπειρία του ως μηχανικού και αρχιτέκτονα είναι πολύ χαρακτηριστική και εύγλωττη έστω και αν το αποτέλεσμα, εξαιτίας της τελειομανίας του και της έμφυτης απαισιοδοξίας του, υπήρξε, για εκείνον, απογοητευτικό. Για τον συγγραφέα τα μαθήματα που πήρε ο Βιτγκενστάιν ως φιλόσοφος, από το χτίσιμο του σπιτιού, επηρέασαν βαθιά και τη σκέψη του. Σε αυτή την εμπειρία ορίζεται η στροφή που παρατηρείται στη φιλοσοφία του, που, από το σημείο αυτό, εγκαταλείπει την αυστηρή λογική και στρέφεται προς πιο παιγνιώδεις μορφές λόγου, στην κοινή λαλιά, το παράδοξο και τις παραβολές.

Τούτο, όπως γράφει ο Λιούις Χάιντ στην «Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν», είναι βαρύς ισχυρισμός, όταν αναφέρεται σε ένα γνωστικό πεδίο όπως η φιλοσοφία και μάλιστα στη φιλοσοφία του Βιτγκενστάιν. Αλλά τίθεται και αναπτύσσεται πειστικά μέσα στον ορίζοντά του τον πνευματικό. Αυτό που κάνει ο συγγραφέας είναι να συγκεντρώσει, πρώτα απ’ όλα, όλες τις περιπτώσεις εκείνες από την ιστορία, που καταδείχνουν ακριβώς πώς τα έργα των χεριών συνδέονται με εκείνα του μυαλού. Και ακόμη, μέσα από την ανάπτυξη της ιδέας αυτής ότι η σκέψη σχετίζεται άμεσα με τη χειρωναξία, με την έννοια της τέχνης των χεριών, την τεχνική. Ετσι ο Σένετ φθάνει σε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συλλήψεις του, στον ανασχεδιασμό της εικόνας του Διαφωτισμού, με μέσα όχι τις ιδέες του αλλά τον τρόπο δουλειάς των τεχνιτών.

«Το χέρι είναι το παράθυρο στο μυαλό», έχει γράψει ο Ιμάνουελ Καντ και ο συγγραφέας προσθέτει ότι από το παράθυρο αυτό δεν μπορούμε να περάσουμε αν πρώτα δεν έχουμε ενδελεχώς μελετήσει το χέρι. Για τον Σένετ, το εμβληματικό έργο του Διαφωτισμού είναι η «Εγκυκλοπαίδεια ή το Λεξικό Τεχνών και Τεχνικών», του Ντιντερό. Το μέγα αυτό έργο, στους 35 τόμους του, λέει στους αναγνώστες του πώς να φυλάνε τις μέλισσες, να κάνουν μηλόκρασο ή να φτιάχνουν ξύλινα παπούτσια, να χρησιμοποιούν τον καπνό, να χτίζουν υδρόμυλους, να αλέθουν το σιτάρι, να φτιάχνουν χαρτί. Ο Διαφωτισμός του Ντιντερό προέρχεται από τη σχέση του τεχνίτη με τις δουλειές των χεριών του. Ο υλικός κόσμος κι εμείς είμαστε σε διαρκή συνδιαλλαγή, όταν προσπαθούσε να υπερβούμε την αντίστασή του, την αμφισημία του, να προβλέψουμε τις αλλαγές που υφίσταται η ύλη μέσα στο φυσικό κύκλο. Οι φωτισμένοι είναι εκείνοι που μπορούν να στήσουν ένα τέτοιο διάλογο με τη Φύση και κατά συνέπεια να αναπτύξουν τις δεξιότητες των χεριών.

Οι τεχνίτες, ως σύμβολα του Διαφωτισμού, είναι μέρος του ίδιου του διαλόγου που ο συγγραφέας τελεί φανταστικά με μια από τους δασκάλους του, τη φιλόσοφο Χάνα Αρέντ η οποία διέκρινε μεταξύ του κόσμου των ζωικών αναγκών και του ανώτερου κόσμου της τέχνης, της πολιτικής, της φιλοσοφίας. Για τον Σένετ, η διάκριση αυτή είναι απολύτως λαθεμένη φιλοσοφικά και με σοβαρές πολιτικές και ηθικές επιπτώσεις. Δεν είναι μόνο ότι υποβιβάζει αυτούς που ζουν από την εργασία των χεριών τους, αλλά και το ότι δεν κατανοεί ένα από τα θεμέλια του καλού πολίτη και κατά συνέπεια δεν μπορεί να οραματισθεί τη δημοκρατία εκείνη όπου η διακυβέρνηση ανήκει σε όλους και όχι σε μια ελίτ.

Γιατί παραδοχή του συγγραφέα είναι ότι σχεδόν όλοι μπορούν να είναι καλοί τεχνίτες και αυτού του είδους η δουλειά μαθαίνει τους ανθρώπους πώς να αυτοκυβερνώνται και επομένως πώς να είναι καλοί πολίτες.

Αυτά τα πρόσωπα, τεχνίτες και καλοί πολίτες, τι είναι που έχουν μάθει και γνωρίζουν προς κοινό όφελος; Γνωρίζουν τη διαμεσολάβηση μεταξύ αυτονομίας και κύρους (όπως στο εργοστάσιο), πώς να εργάζονται όχι εναντίον των δυνάμεων που τους αντιστέκονται, αλλά μαζί με αυτές (όπως εκείνοι που έσκαψαν τις σήραγγες κάτω από τον Τάμεση), πώς να χρησιμοποιούν την ελάχιστη δύναμη για να φέρουν εις πέρας ένα έργο (όπως οι μάγειροι στα εστιατόρια όταν κόβουν τα λαχανικά), πώς να έρχονται σε επαφή με ανθρωπιστικά πράγματα μέσω της συμ-παθητικής φαντασίας (όπως ο υαλουργός, που έχει γνώση της μορφής που θα πάρει το γυαλί). Και πάνω από όλα, γνωρίζουν την αξία του παιχνιδιού, γιατί στο παιχνίδι ανακαλύπτουμε «την απαρχή του διαλόγου που στήνει ο τεχνίτης με τα υλικά του, τον πηλό ή το γυαλί.

  • Ο μέσος χώρος

Η άποψη ότι οι πρακτικές ικανότητες υπάρχουν σχεδόν σε όλους, οδηγεί τον Σένετ σε σκέψεις περί της αληθινής αξίας των τεστ ευφυΐας, σύμφωνα με τα αποτελέσματα των οποίων ξεχωρίζουμε τους προικισμένους με ευφυΐα και τους απροίκιστους, απλούστερα τους έξυπνους και τους βλάκες, εκείνους δηλ. που θα πάνε στα πανεπιστήμια και τους άλλους που θα γίνουν μπακάληδες. Για τον συγγραφέα αυτή η στάση αγνοεί τον μέσο χώρο», εκεί δηλαδή που βρίσκονται οι περισσότεροι άνθρωποι.

[International Herald Tribune, Η Καθημερινή, 04/07/2008]

Wednesday, July 2, 2008

ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

Πενήντα οκτώ προσωπικότητες, εκ των οποίων οι πενήντα είναι καθηγητές σε έδρες Νεοελληνικών Σπουδών σε πανεπιστήμια του εξωτερικού, θα συναντηθούν στην Αθήνα, όπου θα πάρουν μέρος σε ένα παγκόσμιο συνέδριο, το πρώτο ενός κύκλου συνεδρίων που διοργανώνεται με πρωτοβουλία του Δήμου Αθηναίων και του Πολιτισμικού του Οργανισμού, σε συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής, όπου και θα διεξαχθεί, από 3 έως 5 Ιουλίου.
Το Παγκόσμιο Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών στηρίζεται από τέσσερα υπουργεία (Παιδείας, Πολιτισμού, Εξωτερικών, Τουριστικής Ανάπτυξης), αλλά και από το ΕΚΕΒΙ, το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, το Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού και το Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού. Στο πλαίσιο του κύκλου συνεδρίων, με τίτλο «Ελλάδα στον Κόσμο», θα ακολουθήσουν, ανά τριετία, ένα συνέδριο Αρχαιολόγων και ένα άλλο των Αποδήμων Επιστημόνων και Ερευνητών Θετικών Επιστημών.
Στόχος αυτού του κύκλου συνεδρίων είναι «η προβολή και πλαισίωση του επιστημονικού έργου που γίνεται ανά τον κόσμο για την Ελλάδα από επιφανείς απόδημους Έλληνες, η δικτύωση μεταξύ τους και η εκάστοτε εκπόνηση ενός τριετούς προγράμματος δράσης για τη στενότερη συνεργασία μεταξύ τους», ανέφερε ο δήμαρχος Αθηναίων Νικήτας Κακλαμάνης σε συνέντευξη Τύπου.
Το συνέδριο θα ανοίξει το πρωί της Πέμπτης (11 π.μ.) με χαιρετισμούς των προέδρων των Νεοελληνικών Σπουδών Ευρώπης (Κωνσταντίνος Δημάδης, Πανεπιστήμιο Βερολίνου), Αμερικής (Στάθης Γουργουρής, Κολούμπια) και Αυστραλίας (Βρασίδας Καραλής, Πανεπιστήμιο Σίδνεϊ).
Οι σύνεδροι, που θα τοποθετηθούν πάνω σε διάφορες πτυχές των θεματικών ενοτήτων, προέρχονται από πολλά γνωστικά πεδία (φιλολογία, γλωσσολογία, μεταφραστικές σπουδές, ιστορία, ανθρωπολογία, ιστοριογραφία, βυζαντινές και κλασικές σπουδές κ.ά.).
Εξω από την αίθουσα του συνεδρίου, το ΕΚΕΒΙ θα παρουσιάσει την έκθεση βιβλίου «Η ελληνική λογοτεχνία σε 40 γλώσσες», καθώς και εκδόσεις που γίνονται στο εξωτερικό από φορείς που ασχολούνται με τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.

Καραγάτσης, ο τελευταίος «αμαρτωλός»

O τελευταίος «αμαρτωλός»

Tον αποκάλεσαν «σκυταλοδρόμο της διήγησης» επειδή έγραψε τα πάντα: μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ιστορία, θεατρικές κριτικές, ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Kαταπιάστηκε με κάθε φόρμα δουλεύοντας prima vista, με ελάχιστες διορθώσεις στα κείμενά του. Aυτό που έμεινε, ωστόσο, από το πέρασμά του τον κατατάσσει ως τον επιφανέστερο της γενιάς του, ακόμα κι αν στην εποχή του αγνοήθηκε μάλλον από την επιστημονική κοινότητα. Ψιλά γράμματα. [...]

2008: Ετος Καραγάτση

Tο «10» κυκλοφόρησε ημιτελές το 1964, τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του, αφού προηγουμένως καθαρογράφτηκε και δακτυλογραφήθηκε από τη γυναίκα του, Nίκη, με τη βοήθεια του Bασίλη Bασιλικού. Tα επόμενα χρόνια, πολλά από τα βιβλία του Kαραγάτση θα μεταφράζονταν και θα κυκλοφορούσαν στο εξωτερικό. Tη σεζόν 1976-77, ο «Γιούγκερμαν» θα έγραφε τηλεοπτική ιστορία σε σκηνοθεσία Bαγγέλη Γκούφα και με τον Aλέκο Aλεξανδράκη στον ομώνυμο ρόλο. H Nίκη Kαραγάτση έφυγε από τη ζωή το 1986. Tο 2008 έχει ανακηρυχτεί «Eτος Kαραγάτση» με αφορμή την επέτειο των εκατό χρόνων από τη γέννηση του συγγραφέα.

Ατόφια ιδιοφυΐα

«Mε τον θάνατο του Kαραγάτση, η Eλλάδα -και η Eυρώπη, αλλά δυστυχώς χωρίς να γνωρίζει το έργο του- έχασε έναν μεγάλο πεζογράφο στην ακμή της ηλικίας του», έγραψε στη νεκρολογία του στο «Bήμα» ο Γ.Π. Σαββίδης. «Mυθιστοριογράφος κυρίως και διηγηματογράφος, κι ας δοκιμάστηκε σε όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, ακόμα και στην ποίηση, ήταν, κατά γενική ομολογία, η πιο εκρηκτική, η πιο πληθωρική και τελικά η πιο ατόφια πεζογραφική ιδιοφυΐα της λεγόμενης Γενιάς του ’30». Iσως γι’ αυτό και στον τάφο του χαράχτηκε μια φράση ενός ήρωά του. Eίναι η φράση του Kωστή Pούση («Aπό το ημερολόγιο του Kωστή Pούση» στο «Mεγάλο Συναξάρι»): «Oι μοναδικές ομορφιές είναι προνόμιο του θανάτου».

[ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΔΑΝΔΟΛΟΣ, ΕΙΚΟΝΕΣ]

ΣΚΑΚΙ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ


Ο Λένιν παίζει σκάκι με τον Αλεξάντερ Μπογκτάνοφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στον Μαξίμ Γκόρκι, στο Κάπρι της Ιταλίας, τον Απρίλη του 1908
Λίγο παράξενος τίτλος. Οχι όμως και τόσο παράξενος, αν αναλογιστεί κανείς την αναμφισβήτητη επιρροή που δέχονται οι τέχνες και γενικότερα οι κορυφαίες πνευματικές δραστηριότητες μεταξύ τους.
Ανήκει όμως πράγματι το σκάκι στις δραστηριότητες αυτές; Δεν είναι κι αυτό ένα από τα τόσα επιτραπέζια παιγνίδια που μας βοηθούν απλά να σκοτώνουμε την ώρα μας ευχάριστα;
Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά σύνθετο, και έχει αναλυθεί κατ' επανάληψη σε άλλα άρθρα και βιβλία (!) Το σκάκι αντικειμενικά έχει στοιχεία από την Τέχνη (συμμετρία, ασυμμετρία, αρμονία, φαντασία, ύπαρξη ρευμάτων και σχολών κυρίως από την Αναγέννηση και μετά), την επιστήμη (αναλυτική και συνθετική σκέψη, αντικειμενική εκτίμηση, σχεδιασμός, μελέτη) και τον αθλητισμό (ευγενής άμιλλα, αγωνιστικότητα κλπ.).
Σε όλα τα παραπάνω συνηγορούν και αρκετά εντυπωσιακά στοιχεία από τη σκακιστική ιστορία, τα οποία μας βεβαιώνουν πως το σκάκι κάθε άλλο παρά παιγνίδι είναι.
Τέτοια στοιχεία είναι η τεράστια βιβλιογραφία του (45.000 βιβλία περίπου μέχρι σήμερα!) η οποία έχει τις ρίζες της ήδη στον όγδοο μ.Χ. αιώνα (!) και συγκεκριμένα στην αυλή του Χαρούν ελ Ρασίδ.
Ακόμα, η καθιέρωση της υποχρεωτικής διδασκαλίας του σε πολλές χώρες κυρίως της Ευρώπης (πότε άραγε θα ζήσουμε αυτές τις μέρες;!) με πρώτη τη Σοβιετική Ενωση που αξιοποίησε τη μεγάλη παιδαγωγική και ηθοπλαστική του αξία ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Το σκάκι είναι μία από τις γοητευτικότερες και συνάμα πιο ιδιότυπες πνευματικές ασχολίες που έχει συνεπάρει στο πέρασμα του χρόνου εκατομμύρια ανθρώπων και έχει αιχμαλωτίσει στο σύνολό τους σχεδόν τις κορυφαίες πνευματικές και πολιτικές φυσιογνωμίες του κόσμου.
Από τον Ιουστινιανό και τον Βοναπάρτη μέχρι τον Ρουσσώ και τον Λοκ, από τον Μαρξ και τον Λένιν μέχρι τον Φραγκλίνο και τον Αϊνστάιν, από τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Προκόφιεφ και τον Τσάρλι Τσάπλιν, το σκάκι έχει πάντα ένα σημαντικό και ωφέλιμο ρόλο. Απ' όλες, όμως, αυτές τις σπουδαίες μορφές θα μας απασχολήσει μια συγκεκριμένη ομάδα, αυτή των λογοτεχνών.
Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση της τεράστιας απήχησης του σκακιού στη λογοτεχνία, σημειώνοντας από τώρα πως δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση - αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αρκετούς τόμους! - αλλά για ένα καλό ερέθισμα για περισσότερο ψάξιμο. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο θέμα.
Κανένα άλλο «παιγνίδι» δεν έχει επηρεάσει τόσο τη λογοτεχνία. Ο εύλογος παραλληλισμός του με την ίδια τη ζωή, οι φιλοσοφικοί συνειρμοί που προκαλεί, λειτουργούν ως ερέθισμα τουλάχιστον για μια εγκωμιαστική αναφορά και, πολύ συχνά, ακόμα και για την ίδια τη λογοτεχνική δημιουργία...

[Μάρκος Ηλιάδης, Ριζοσπάστης, 29/06/2008]


Tuesday, July 1, 2008

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


Το ερέθισμα για τη σημερινή μου παρέμβαση μου το έδωσε ένας σεσημασμένος φιλόλογος (50%) και ποιητής (50%) μ' ένα γονατογράφημά του (Ν. Βαγενάς, Μεταμφιέσεις του ζντανοφισμού, «Βήμα», 20.1.2008), στο οποίο ξιφουλκεί εναντίον μιας υποτιθέμενης «ορθοπολιτικής» λογοτεχνικής κριτικής, μόνο και μόνο επειδή αυτή επισημαίνει την προσχώρηση του Σεφέρη στο δόγμα της «ελληνικότητας», που διακήρυξε ο πολιτικός του προϊστάμενος Ι. Μεταξάς (1936). Αλλά, το στίγμα του «ζντανοφισμού» το εκσφενδονίζει ο Ν.Β., ανομολόγητα, κατά του έγκριτου νεοελληνιστή Μ. Βίττι, οι οποίος στο βιβλίο του για τη «Γενιά του Τριάντα» (1977) είχε επισημάνει και τεκμηριώσει τη συνοδοιπορία των κυριότερων εκπροσώπων της λεγόμενης Γενιάς του '30, συμπεριλαμβανομένων του Σεφέρη, του Ελύτη και του θεωρητικού ταγού τους Κ. Τσάτσου με την «εθνική» ιδεολογία της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου.
Για τη σχέση «ποιήσεως» (= λογοτεχνίας) και πολιτικής είχε κάνει λόγο, πραγματικά, ο Αριστοτέλης στο 25ο κεφάλαιο της «Ποιητικής»: «Προς δε τούτοις ουχ αυτή η ορθότης εστίν της πολιτικής και της ποιητικής» - και με την παρατήρησή του αυτή αντιμετώπιζε τον δάσκαλό του Πλάτωνα, που εξόριζε την «ποίησιν» από την «Πολιτεία» του με κριτήρια γνωσεολογικά και ηθικά.
Ο Αριστοτέλης είχε βέβαια δίκαιο: η πολιτική ήταν (κοινωνική) πράξη, ενώ η «ποίησις» «μίμησις πράξεως»· σήμερα θα λέγαμε: η σχέση (φυσικής - κοινωνικής) πραγματικότητας και (αισθητικής - καλλιτεχνικής) πλασματικότητας. Σήμερα, όλοι οι εγκυρότεροι θεωρητικοί δέχονται την άμεση εξάρτηση της λογοτεχνίας και της τέχνης, γενικότερα, από την πολιτική, δηλαδή την κοινωνική πράξη, με τη μορφή βέβαια της ιδεολογίας, όπως δίδασκε ήδη -και τον Σολωμό!- ο μεγάλος ι: «Το ωραίο (= η τέχνη) είναι η αισθητοποίηση της Ιδέας». Αυτό πρέπει να ισχύει απόλυτα τουλάχιστον για την τέχνη του λόγου, τη λογοτεχνία, αφού ο λόγος, η γλώσσα, η λέξη έχουν νόημα και κάθε νόημα έχει, αναγκαστικά, την αναφορά του στην εξωγλωσσική κοινωνική πραγματικότητα.
Στο μεταξύ, η σχέση λογοτεχνίας-ιδεολογίας έχει μελετηθεί από κορυφαίους θεωρητικούς όπως ο Λ. Γκολντμάν («Ο Κρυμμένος Θεός», 1959) και οι νεότεροί του Τ. Ιγκλετον («Κριτική και ιδεολογία», 1976), Φ. Τζέιμσον («Το πολιτικό ασυνείδητο», 1981), κ.ά.
Με την ευρύτερη σημασία της «πολιτικής» κάθε λογοτεχνία -και τέχνη- από τους αρχαιότερους πολιτισμούς (Κίνα, Αίγυπτος) μέχρι σήμερα είναι πολιτική, δηλαδή κοινωνική· ας αναφέρω μόνο τα πειστικότερα παραδείγματα από την κλασική αρχαιότητα, όπως οι «Πέρσες» του Αισχύλου, η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή και η «Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη. Καθαρά πολιτική είναι, και ας εκπλήσσονται οι φαρισαίοι της λογοτεχνικής «κριτικής», ακόμα και η βυζαντινή υμνογραφία, όταν κηρύσσει: «Τη υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια...», ή «... νίκας τοις βασιλεύσι κατά βαρβάρων δωρούμενος...».
Με τη στενότερη σημασία της, πολιτική είναι η «στρατευμένη λογοτεχνία» (litterature engagee) - και αυτή δεν την εφεύρε ο σταλινιστής Ζντάνοφ αλλά ο υπαρξιστής Σαρτρ (1945), που μόλις είχε «αποφοιτήσει» από την Σχολή της Αντίστασης κατά του ευρωπαϊκού φασισμού. Οι πρώτοι στρατευμένοι ποιητές στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας ήταν, βέβαια, ο Κάλβος και ο Σολωμός· «ινστρούχτορας» μάλιστα του Σολωμού για τη (συ)στράτευσή του στην υπόθεση της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ο... παλαιοζντανοφιστής Σπ. Τρικούπης.
Και μόνο αυτό το διπλό ελληνικό παράδειγμα θ' αρκούσε για να καταδείξει ότι η πολιτική -γενικότερα- και η στρατευμένη -ειδικότερα- λογοτεχνία όχι μόνο δεν αποκλείουν την αισθητική δικαίωση της τέχνης, αλλά, αντίθετα, την προϋποθέτουν και τη συνεπιβάλλουν· άλλωστε, αυτήν τη σύζευξη δήλωνε ο υπότιτλος του βιβλίου του Βίττι: «Ιδεολογία και μορφή».
Οπως ακριβώς η επίκληση της «καθαρής αισθητικής» για την καταξίωση της ποίησης ή της πεζογραφίας του Αμερικανού Ε. Πάουντ, του Γάλλου Λ.-Φ. Σελίν και του Γερμανού Ε. Γιούγκερ, γνωστών συνοδοιπόρων του ιταλικού και του γερμανικού φασισμού, δεν είναι παρά μια «κριτική» καθαρά πολιτική, έτσι και η αναβίωση από τους συγχρόνους μας βαγενάδες του θνησιμαίου δόγματος «η τέχνη για την τέχνη» δεν είναι παρά μια θέση καθαρά πολιτική: συνεκφράζει την (επ)άνοδο της Νεο-Δεξιάς -όχι μόνο στο Εθνικό και Καποδιστριακό Ανεπιστήμιο.
Σ' όλους αυτούς μπορούμε ν' απαντήσουμε με το στόμα του αδικοχαμένου Β. Μπένγιαμιν: «Στην αισθητικοποίηση της πολιτικής έχουμε ν' αντιτάξουμε την πολιτικοποίηση της αισθητικής». *

[Διασταυρώσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΕΛΟΥΔΗ, Ελευθεροτυπία / 2, 28/06/2008]

ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ


Από τον Γκομπινό και τον Ζοζέφ ντε Μεστρ ώς τον Καρλ Σμιτ, τον Γιούνγκερ και τον Σελίν, το φλερτ του διανοούμενου και συγγραφέα με τον ρατσισμό έχει πολλές μορφές, διακυμάνσεις και εντάσεις. Ο άνθρωπος των γραμμάτων δεν είναι -τουλάχιστον πάντα- ένας ταγός που καθοδηγεί την ακατέργαστη μάζα ούτε ένας προφήτης (homo vates) που «βολιδοσκοπεί» το μέλλον ούτε βέβαια η συνείδηση του πλήθους που στην αιχμή της ανακεφαλαιώνονται οι βαθύτερες σκέψεις και λαχτάρες του. Αντίθετα, κάποιες στιγμές, οχυρωμένος πίσω από ένα πνεύμα μισαλλοδοξίας και παραλυτικού ανορθολογισμού, εκφράζει έμμεσα ή και απροκάλυπτα τον πιο αδιάλλακτο φυλετισμό του.
Στον Γιούνγκερ, για παράδειγμα, ο φυλετισμός είναι υπόγειος και έχει μια χροιά μυστικιστικής και μυητικής έξαρσης. Αυτό που αποθεώνεται είναι η ιδέα και η αξία της αυθυπέρβασης. Πώς; Με τον πόλεμο που σε βάζει στην κόψη του θανάτου, με το αλκοόλ που σε ρίχνει στη δίνη της απώλειας, με τα ναρκωτικά (μεσκαλίνη, χασίς, όπιο, LSD) που σε βυθίζουν στην εκστατική εμπειρία. Ο άνθρωπος νοείται μόνο ως ανύψωση και εξιδανίκευση. Αρα ό,τι τον κρατάει στα όρια του φυσικού είναι απεχθές. Ιδού ένας εκλεπτυσμένος ρατσισμός, λειασμένος από το αριστοκρατικό βερνίκι, που δεν ενοχοποιεί τη φυλή, αλλά τον άνθρωπο εν γένει. Ο τελευταίος, έξω από την οριακή εμπειρία, δεν είναι παρά ένα ασήμαντο στιγμιότυπο, κάτι σαν την εφήμερη αναλαμπή της πυγολαμπίδας, μια μύγα που χτυπιέται στα τζάμια μιας σφαλισμένης κάμαρας. Από την οπτική αυτή, το συγκεκριμένο άτομο χωνεύεται μέσα στην κοιλιά της αφαίρεσης, μεταβολίζεται σε έννοια. Οταν δεν βλέπεις ή δεν ψηλαφείς το απτό, το στόμα, τα χείλη, τα οφρυακά τόξα, το στέρνο, τους γοφούς, μένει μονάχα το γενικό σχήμα, το περίγραμμα. Κανένα όμως σχήμα δεν προκαλεί τον οίκτο μας. Η απογείωση από το υλικό και εμπράγματο προς την αποσκελετωμένη ιδέα ή έννοια είναι η αφετηρία του ρατσισμού.
Ο Σελίν, ένας ήδη καταξιωμένος συγγραφέας που το μυθιστόρημά του «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» άλλαξε τη μοίρα της γαλλικής πρόζας με την αναμόχλευση και αναδιάταξη της γλωσσικής έκφρασης, εισβάλλει αιφνιδιαστικά στον αντιεβραϊκό παροξυσμό με δύο λίβελους που δημοσιεύει: Αρες μάρες για μια σφαγή και το «Σχολείο των πτωμάτων». Μέσα σ' ένα παραλήρημα από λεκτικά περιττώματα που καταιονίζουν τα πρόσωπα των Εβραίων, η ράτσα αυτή κρίνεται υπεύθυνη για κάθε κακό που πλήττει τον κόσμο και βάζει ειδικότερα σε κίνδυνο τη φυλετική καθαρότητα των Γάλλων. Για τον Σελίν, η λύση τού, παγκόσμιου πια, εβραϊκού ζητήματος απαιτεί ολική «παστερίωση», «μυοκτονίες» και «απεντομώσεις». Ολος μάλιστα ο καταγγελτικός λόγος εκτυλίσσεται μέσα σε μια φαντασιωτική παράκρουση για συνωμοσίες, μηχανορραφίες, στοές, επιβουλές, αδικοπραγίες κ.ά. και εκφράζεται με αποσιωπητικά, θαυμαστικά, παύσεις, συγκοπές του λόγου, αυτοπροσαγορεύσεις κ.λπ. Στη γλωσσική αυτή βία υπόκεινται όλοι και όλα: Εβραίος ο Ρακίνας, Εβραίος ο Λουδοβίκος ΙΣΤ' ακόμα και ο Ζ. Μοράς, ιδρυτής της αντιδραστικής Action Francaise, και αυτός Εβραίος!
Πώς εξηγείται ένας συγγραφέας που υποτίθεται ότι ανήκει στην αναρχική Αριστερά, παρ' όλη βέβαια την αποστροφή του για τον κομμουνισμό, ένας άνθρωπος του λαού, ένας άθεος, ένας στιβαρός νατουραλιστής που δέχτηκε ακόμα και το εγκώμιο του Τρότσκι για το Ταξίδι του, τώρα να απανθρακώνει το παρελθόν του μέσα από τους σφοδρούς αντισημιτικούς λίβελους; Πολλοί, ανάμεσά τους και ο ομοϊδεάτης του L. Rabatet, γράφουν για μια ανεξήγητη λοξοδρόμηση που πρέπει να αποδοθεί σ' ένα είδος λογοτεχνικής φρενίτιδας (demence litteraire) και η οποία νομιμοποιεί μια σειρά από υπερβολές. Μιλούν, συνεπώς, για τη στιλιζαρισμένη του ευφράδεια, την τάση να παραμορφώνει, να συμπιέζει και να συνθλίβει τις έννοιες, να παραποιεί τα γεγονότα, να αλλάζει τους αριθμούς, να τροποποιεί, ταχυδακτυλουργικά, ακόμη και τις πληθυσμιακές απογραφές (ενώ επίσημα ο αριθμός των Εβραίων στο Παρίσι το 1936 είναι 174.000, αυτός μιλάει για 400.000). Πάντα όμως, όπως τονίζουν εμφατικά, στο πλαίσιο του λογοτεχνικού είδους που είναι ο λίβελος και πιο πέρα στην παράδοση της ραμπελιανής ρητορικής. Μήπως ο Σελίν γράφει ένα καινούργιο έργο με θέμα τους Εβραίους στη μεγάλη σκηνή της γαλλικής πολιτικής; Το κλίμα πάντως είναι πρόσφορο. Το Παρίσι είναι κατά 80% αντισημιτικό και ο Σελίν είναι γνήσιος εκπρόσωπός του. Ο Σελίν πέφτει κι αυτός θύμα της κοινόχρηστης αριθμητικής και της αφαίρεσης. Τι αφαιρεί από τον Εβραίο; Το βλέμμα. Κάθε απόχρωση, κάθε ιριδισμό, κάθε μαρμαρυγή που αντανακλά. Κρατάει αυτό που χαλκεύτηκε από τους αιώνες, δηλαδή τις συμβολικές ή εμβληματικές ιδιότητές του. Δεν υπάρχει ο άνθρωπος, αλλά ο σταυρωτής, ο τοκογλύφος, ο Σάιλοκ, ο συνωμότης του γνωστού πρωτοκόλλου της Σιών. Κι απέκει ταχύτατα η εσχατολογία μεταμορφώνεται σε σκατολογία, ο μεσσιανισμός σε ποταπή εμπορική μεσίτευση, η συναγωγή σε γιάφκα. Ο ρατσισμός είναι ένας κατεξοχήν ψυχολογικός μηχανισμός. Εχει όμως κι άλλες παραμέτρους. Γι' αυτό θα επανέλθω. *

[Ιδέες-τάσεις, Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ, Ελευθεροτυπία / 2, 28/06/2008]

Πατρίκ Μοντιανό


Η ντελικάτη, παραπλανητικά ήσυχη στην επιφάνεια της πολυεπίπεδης αφήγησης, λιτή και συχνά ελλειπτική γραφή του Πατρίκ Μοντιανό είναι διάσημη στη Γαλλία. Το ίδιο κι ο 62χρονος συγγραφέας, που ήδη από το 1972 είχε τιμηθεί με το μεγάλο βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας και έξι χρόνια αργότερα με το «Γκονκούρ» για το μυθιστόρημά του «Η οδός των σκοτεινών μαγαζιών» (στα ελληνικά από τον «Κέδρο»). Από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες της γαλλικής λογοτεχνίας, άνθρωπος «περίκλειστος» κι αρκετά ιδιόρρυθμος, με μια οδυνηρή παιδική ηλικία, αποφεύγει τη δημοσιότητα και τις δημόσιες ομιλίες που τον φέρνουν σε δύσκολη θέση για έναν επιπλέον λόγο: κοινό μυστικό στη Γαλλία είναι ότι ο μεγάλος συγγραφέας τους είναι βραδύγλωσσος. Αλλά δεν είναι μόνον αυτός ο λόγος που σπάνια εμφανίζεται στη γαλλική τηλεόραση ή δίνει συνεντεύξεις.
Δεν είναι ο Σαρκοζί ο μόνος διάσημος Γάλλος με ελληνικές ρίζες. Είναι και ο Μοντιανό...
Γι' αυτήν εδώ που είχαμε την τύχη να μας παραχωρήσει έπρεπε να περιμένουμε πάνω από δύο μήνες. Κι όταν έφτασαν οι γραπτές απαντήσεις του ήταν απίστευτα λακωνικές: καθεμιά από αυτές ήταν μια μικρή φράση ωμής, συνήθως, ειλικρίνειας.
Μοιάζει να αρκεί στον Πατρίκ Μοντιανό να εκπροσωπείται από τη λογοτεχνία του. Στο σύνολό της τοποθετείται στο Παρίσι. Το Παρίσι του δεν είναι, όμως, η αστραφτερή ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του Saint Germain des Pres. Είναι μια χειμωνιάτικη πόλη που διασχίζει με ομίχλη το δάσος της Βουλώνης, ζει σε εργατικά προάστια, κυκλοφορεί με το μετρό και, για να επικαλεστούμε και το, πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Αχιλλέα Κυριακίδη, μυθιστόρημα «Στο Cafe της Χαμένης Νιότης» («Πόλις»), αναζητεί ασυλία στις «ουδέτερες ζώνες». Σ' αυτές τις no man's land όπου, όπως εξηγεί ένας ήρωάς του, είσαι «στο περιθώριο των πάντων, σε εκκρεμότητα, περαστικός...»

[συνεχίζεται... Συνέντευξη στη ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ, Ελευθεροτυπία / 2, 28/06/2008]