Wednesday, December 24, 2008

Ο Ν. Γ. Πεντζίκης, το πείραγμα και ο πειρασμός

Τα λογοπαίγνια ήταν ένα από τα... χόμπι του

Του Παντελη Μπουκαλα, Η Καθημερινή, 24/12/2008

«Η πρόθεσή μου αρχικά, γράφοντας τη σειρά των ποιημάτων “Εικόνες”, ήταν να εξαντλήσω ολόκληρο το περιεχόμενο του κουτιού, όπως με την προηγούμενη σειρά “Φωτογραφίες”, είχα αδειάσει ένα άλλο κουτί», λέει ο Ν. Γ. Πεντζίκης στην εισαγωγή του στη σειρά ποιημάτων «Εικόνες», που τυπώθηκαν το 1944. Στην «Αρχιτεκτονική της σκόρπιας ζωής», οι αναφορές στο λογοτεχνικά γόνιμο και μάλλον ακένωτο κουτί είναι αρκετές. Επί παραδείγματι: «Και τα τρία πρόσωπα της σκηνής, πολύ γνωστά μου, αντιπροσωπεύονται μ’ ένα πλήθος φωτογραφίες στο χαρτονένιο κουτί ενός αμερικανικού δέματος όπου μένουν σωριασμένα το πλήθος τ’ αναμνηστικά με τα οποία καταπιάστηκα να συνθέσω την αφήγησή μου». Αλλού: «Αυτό ακριβώς εκπροσωπούν τα αναμνηστικά που φυλάγω μέσα στο χαρτονένιο κουτί: ένα νεκροταφείο απέραντο. Μου συνέβη κι άλλες φορές να καταπιαστώ με την τακτοποίησή τους. Καταλαβαίνετε βέβαια ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να πρόκειται για μια μηχανική λογική κατάταξη και απαρίθμηση. Μ’ ενδιέφερε να αισθανθώ ότι κατά κάποιον τρόπο επικοινωνούσα ζωντανά μ’ αυτά τα πράγματα που δεν είναι πια παρά νεκρά ύλη» Και πάλι: «Πρόκειται εδώ να θέσω κάποιο τέρμα. Το τέρμα αυτό θα μπορούσε να ονομαστεί, το καινούργιο χαρτονένιο κουτί. Το καινούργιο χαρτονένιο κουτί, μικρότερο από τ’ άλλο, το έχω από προχθές στην κάμαρά μου. Πήγα στο μαγαζί και το ’δα και χωρίς ακόμα να ξέρω σε τι μπορούσα να το χρησιμοποιήσω, καθώς το είδα άδειο, κενό, ζήτησα την άδεια να τ’ αποκομίσω. Είναι σχήματος ορθογωνίου 34 εκατοστών του μέτρου x 20 και 1/2, ύψος 6 εκατοστά και 2/10». Η λεπτομερέστατη περιγραφή συνεχίζεται, αλλά ας μην μας ξενίζει αφού προέρχεται από το χέρι ενός γραφιά που δεν διστάζει να συσσωρεύσει, στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη», 33 γενικές τη μια φορά και 162 την άλλη, μειδιώντας υποθέτω στη σκέψη της λογοτεχνικής ορθότητας.

Τέλος, στο κείμενό του «Τρόπος εργασίας και υποδείγματα ανέκδοτης δουλειάς», του τόμου με τα Ομιλήματα», του 1972, ο Πεντζίκης γράφει: «Τ’ αναμνηστικά που φυλάγω, εξακολουθούν πάντα να μου δημιουργούν πάσης φύσεως προβλήματα αρχινώντας από θέματα κατατάξεώς των, καταλήγοντας δε στο θέμα το πού θα χωρέσουν, γιατί παρ’ όλο ότι κατά καιρούς έχω αχρηστεύσει πολλά, πιστεύοντας ότι τα είχα εξαντλήσει, πάντα αυξάνουν με σώριασμα καινούργιων, κοντά σε όσα διστάζω ή λυπάμαι να καταστρέψω. Πρώτη επεξεργασία του υλικού αποτελεί η κατανομή του σε κουτιά διάφορα. Αυτόν τον καιρό, στο δωμάτιο που εργάζομαι, προσπαθώ να τα χωρίσω σε είκοσι μεγάλα κουτιά, που τα παράγγειλα ειδικά, το φθινόπωρο... [...] η κάθε αναμόχλευση δεν περνά χωρίς ν’ αφήσει πολλά χρήσιμα στην ψυχή, τον νου και τη φαντασία. [...] τα κουτιά του προσωπικού μου αρχείου, μέσα στο δωμάτιο όπου εργάζομαι, φυσικό να ’ναι γεμάτα με καταλόγους, όπου απαριθμούνται διάφορα πρόσωπα και πράγματα που ποτέ δε φτάνουν να ολοκληρωθούν σε αυτοτελή λογοτεχνική έκφραση. Αν όμως τ’ αναφέρω, με κίνδυνο να κουράσω, το κάνω γιατί αναγνωρίζω ότι σ’ αυτά περνά μια θέρμη της ψυχής άλαλη, ικανή να διεγείρει τον νου σε σκέψεις και διάφορα σχέδια, κατά τη διάρκεια της καταγραφής του αρχικού υλικού που αχρηστεύεται. [...] Το ξέρω ότι εν πολλοίς, όλ’ η δουλειά μου δίνει την εντύπωση της ασυναρτησίας».

Ασυναρτησία; Ιδού και πάλι ο συγγραφέας, ο «παιζω-γράφος», όπως αυτοχαρακτηρίστηκε, να χαμογελάει, να κλείνει παιχνιδιάρικα το μάτι, να πειράζει. Αυτό νομίζω πως είναι το ρήμα του, το πειράζω, στις δύο φωνές του και στις πολλές σημασίες του. Πειράζει, ναι, ο Πεντζίκης, παναπεί δοκιμάζει και επιχειρεί: δοκιμάζει νέους αφηγηματικούς τρόπους συμπλέκοντας τον οργανωτικό λόγιο με τον αυθορμητία εμπειροτέχνη και επιχειρεί να άρει τον τάχα κάθετο χωρισμό της λογιοσύνης και της αυθόρμητης απλότητας. Πειράζει, παναπεί αστεΐζεται και με τα σοβαρότερα ή σοβαροφανέστερα και σκανδαλίζει τους τυχόν «καθαρούς» με την ποικίλη γλώσσα του (την απροκατάληπτη, αδέσμευτη και αστράτευτη, όπως χαρακτηρίστηκε από τον Τάκη Σινόπουλο το 1964), και με την αδέσποτη γραφή του τους αυστηρούς ταξινομητές των λογοτεχνικών ειδών (για να προσθέσω εδώ ότι με την αδέσποτη ορθογραφία του είχε σκανδαλίσει τον Γιώργο Σεφέρη). Και πειράζεται, παναπεί ότι αφενός μπαίνει στον πειρασμό (να αρχιτεκτονείς μια σκόρπια ζωή δεν είναι να δημιουργείς, σαν άλλος θεός, κόσμο από το χάος;) και αφετέρου ότι πάσχει και βασανίζεται, ώστε το εκάστοτε «εργόχειρό» του να παραδίδεται σαν να προέκυψε από ένα σχέδιο μη σχεδιασμού, αφού δεν μπορεί παρά να ξέρει ότι θέλει πολλή μαστοριά για να μην φαίνεται η μαστορική, χρειάζεται πολλή τέχνη για να μην φαίνεται η τεχνική, πολλή πειθαρχία για να κερδηθεί η ελευθερία· και, σχεδόν ταυτίζοντας τη γραφή με τη ζωή, ή μάλλον συμπεραίνοντας πως μόνο η γραφή, σαν βελόνι και κλωστή ταυτόχρονα, μπορεί να συρράψει την κερματισμένη υπόστασή μας, λέει ο ίδιος: «Αγωνίζομαι να συμπεριλάβω ασήμαντες λεπτομέρειες που σημείωσα γιατί μόνο έτσι καταλαβαίνω ότι μπορεί να πάρει ενότητα η κομματιασμένη από τις καθημερινές αντιφάσεις ύπαρξή μας».

Τέλος, ο Πεντζίκης πειράζει και με τη μάλλον νεότερη, πάντως λεξικογραφημένη σημασία του ρήματος αυτού, παρεμβαίνω δηλαδή και τροποποιώ κάτι ώστε να το καταστήσω αποδοτικότερο ή και ξεχωριστό. Οπως άλλοι λοιπόν πειράζουν το αυτοκίνητό τους για να το αποσπάσουν από τον κοινό τύπο και να το καταστήσουν προσωπικό, ιδιαίτερο, αυτός πειράζει τα είδη της λογοτεχνίας, τις κατηγορίες, τις φόρμες. Τα συναιρεί, θαρρείς και τα βάζει στο ίδιο κουτί, το κινεί για να τα ανακατέψει, να τα σμίξει καλύτερα, και ν’ αποσπάσει ύστερα το αδιάσπαστο κράμα, το αφήγημα.

  • Αναμνήσεις και αισθήσεις

Το χαρτονένιο κουτί του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δεν είναι μια αποθηκούλα αδρανών υλικών, αλλά ένας συμπυκνωτής αναμνήσεων και ένας πολλαπλασιαστής αισθημάτων. Κι είναι σίγουρα κάτι περισσότερο, κάτι διαφορετικό από τη γνωστή «κασέλα» του Θεόφιλου που κατά την περιγραφή του Σεφέρη περιείχε «φυλλάδες... και την πινακοθήκη του: εικονογραφημένα δελτάρια... χρωμολιθογραφίες και μαζί μ’ αυτά ένα χοντρό δεφτέρι από στρατσόχαρτο, όπου αντιγράφει από βιβλία και εφημερίδες». Για τον Πεντζίκη, το κουτί λειτουργεί σαν λογοτεχνική μήτρα, είναι η οιονεί μούσα του. Ωρες ώρες, σκέφτομαι πως ο Πεντζίκης, πάντοτε πειράζων και πειραζόμενος, είχε υπόψη του κι ήθελε να την αναιρέσει μια φράση του Συνεσίου, Κυρηναίου φιλοσόφου, επισκόπου Πτολεμαΐδος κατά τον 5ο αιώνα και συγγραφέα του φημισμένου και θα έλεγα πεντζικικά πειρακτικού πονήματος «Φαλάκρας εγκώμιον», σύμφωνα με την οποία «ουκ έστιν από των κιβωτίων εξεράσαι βιβλία», δεν είναι δηλαδή δυνατόν να βγάλεις βιβλία από τα κιβώτια. Και όντως την αναίρεσε, δωρίζοντάς μας μια λογοτεχνία κυριολεκτικά και μεταφορικά του κουτιού.

Φανατικός των λογοπαιγνίων ο Πεντζίκης, αν ζούσε σήμερα κι άκουγε πως το Βατοπέδιο συνδέεται με εταιρείες που, σαν να σαρκάζουν, φέρουν ονόματα του τύπου «Ρασαντέλ» και «Μαντέους» (τα ράσα και ο Ντέους...), ίσως και να υιοθετούσε ένα λογοπαικτικά σατιρικότατο επίγραμμα του 4ου αιώνα μ.Χ., κι ας το ’χε γράψει ένας εθνικός, ένας αντιχριστιανός, ο Παλλαδάς ο Αλεξανδρέας, για να ψέξει τα μιλιούνια των συγκαιρινών του καλογήρων που παράσταιναν τη βολή τους σαν ασκητεία «Αν μοναχοί, πώς τόσοι, / κι αν τόσοι, πώς μονάχοι;»

No comments: