Sunday, July 15, 2007

Walter Benjamin (1892-1940)


Ο γερμανός Βάλτερ Μπένγιαμιν [Walter Benjamin] γεννήθηκε στις 15 Ιουλίου 1892 και πέθανε στις 27 Σεπτεμβρίου 1940. Ήταν μαρξιστής λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, και φιλόσοφος. Συνδέθηκε κατά περιόδους με το Σχολή της Φρανκφούρτης της κριτικής θεωρίας και επίσης πολύ εμπνεύστηκε από το μαρξισμό του Bertolt Brecht και τον εβραϊκό μυστικισμό όπως παρουσιάζεται από τον Gershom Scholem.

Σαν κριτικός, ο Benjamin συνδύασε τις ιδέες του ιστορικού υλισμού, του γερμανικού ιδεαλισμού, και του εβραϊκού μυστικισμού και το έργο του ήταν μια εξ ολοκλήρου νέα συμβολή στη δυτική φιλοσοφία, το μαρξισμό, και την αισθητική θεωρία. Σαν λογοτεχνικός μελετητής, μετέφρασε τα Tableaux Parisiens του Charles Baudelaire και το διάσημο μυθιστόρημα À la recherche du temps perdu του Marcel Proust.

Iris Murdoch (1919-1999)

[Λεζάντα: Η Άϊρις Μέρντοχ το 1990]

Ένα καλοκαίρι είχα διαβάσει τη "Θάλασσα" [The sea, the sea] της Άϊρις Μέρντοχ [Iris Murdoch] και είχα ενθουσιαστεί. Από τα ωραιότερα βιβλία που με άγγιξαν κι αυτό το θυμόμουνα για πολύ καιρό.

H βρετανίδα φιλόσοφος, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, Άϊρις Μέρντοχ ως συγγραφέας, ήταν τελειομανής που δεν επέτρεψε ποτέ στους εκδότες να αλλάξουν τα κείμενά της. Έγραψε 26 μυθιστορήματα σε 40 χρόνια. Το τελευταίο βιβλίο της το έγραψε ενώ ήδη είχε διαγνωσθεί ότι έπασχε από την ασθένεια του Alzheimer.

Γεννήθηκε στο Δουβλίνο στις 15 Ιουλίου 1919. Η οικογένειά της κινήθηκε προς το Λονδίνο, όπου η Murdoch μεγάλωσε στα δυτικά προάστια Hammersmith και Chiswich.

[Λεζάντα: Η Άϊρις Μέρντοχ το 1998, ένα χρόνο πριν το θάνατό της]

Η Murdoch μελέτησε τους κλασικούς, την αρχαία ιστορία και τη φιλοσοφία στο Somerville College, στην Οξφόρδη. Κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου ήταν ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά τελικά απογοητεύτηκε με την ιδεολογία της και παραιτήθηκε. Από το 1938 ως το 1942 εργάστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών ως βοηθός προϊστάμενος, και έπειτα για την οργάνωση UNNRA των Ηνωμένων Εθνών (1944-46) στην Αυστρία και το Βέλγιο. Μετά από ένα χρόνο χωρίς απασχόληση στο Λονδίνο, η Murdoch έκανε μεταπτυχιακό στη φιλοσοφία με την καθοδήγηση του Ludwig Wittgenstein. Το 1948 προσελήφθη στο St. Anne's College, στην Οξφόρδη, όπου εργάστηκε ως δάσκαλος έως το 1963. Μετά από εκείνο το χρόνο, η Murdoch αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στο γράψιμο. Μεταξύ των ετών 1963 και 1967 δίδασκε επίσης στο βασιλικό κολλέγιο της τέχνης.

Η πρώτη δημοσιευμένη εργασία της Murdoch, «Σαρτρ, Ρομαντικός Ορθολογιστής» [Sartre, Romantic Rationalist, 1953], ήταν μια κριτική μελέτη. Είχε συναντήσει τον Σαρτρ στη δεκαετία του '40, και έδειξε ενδιαφέρον για τον υπαρξισμό. Η μεγάλη αγάπη τής Murdoch ήταν ένας Τσέχος εβραϊκής καταγωγής ποιητής, ονόματι Franz Steiner, που πέθανε από καρδιακή προσβολή το 1952 – στα χέρια της, σύμφωνα με το φίλο του Elias Canetti.

[Λεζάντα: Μια αφίσα από την ταινία IRIS που σκηνοθετήθηκε από τον Richard Eyre, το 2001, είναι βασισμένη στο Elegy for Iris του Bayley. Ο Jim Broadbent πήρε το Academy Award for Best Supporting Actor για το ρόλο του. Η Judi Dench και η Kate Winslet ήσαν υποψήφιες, για την Best Actress και την Best Supporting Actress αντίστοιχα.]

Είχε μια σχέση με Canetti αλλά, το 1956, η Murdoch που ήταν 29 χρονώ παντρεύτηκε τον John Bayley, ο οποίος ήταν έξι έτη νεώτερος. Έγινε καθηγητής των αγγλικών στην Οξφόρδη. Έζησαν μαζί περισσότερο από τριάντα χρόνια στο Steeple Ashton και, κατόπιν, μετακινήθηκαν στο ακαδημαϊκό προάστιο της βόρειας Οξφόρδης. Η Murdoch δεν έδειξε ποτέ οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την απόκτηση παιδιών. Πέθανε στην Οξφόρδη στις 8 Φεβρουαρίου 1999.

Friday, July 13, 2007

Isaac Babel (1894-1940)


Ο Ρώσος πεζογράφος και θεατρικός συγγραφέας Ισαάκ Εμανουίλοβιτς Μπάμπελ [Isaac Emmanuilovich Babel), γεννήθηκε στις 13 Ιουλίου 1894, στο εβραϊκό γκέτο της Οδησσού στην Ουκρανία, σε μια εποχή που απαγορεύονταν να ζουν οι Εβραίοι στη Μόσχα, στην Αγία Πετρούπολη ή στο Κίεβο. Για πρώτη φορά δημοσιεύτηκαν κείμενά του το 1916 στο περιοδικό Letopis που εξέδιδε ο Μαξίμ Γκόρκι.

Το 1923 δημοσίευσε τις Ιστορίες της Οδησσού [Odesskiye Rasskazy), γραμμένες στη ρωσο-εβραϊκή διάλεκτο και για τη ζωή των ομοεθνών του, που τον έκαναν διάσημο. Έγραψε τα έργα Ηλιοβασίλεμα [Zakat, 1928] και Μαρία [Maria, 1935), τα οποία και παρουσιάστηκαν στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας.
Κατά τη σταλινική περίοδο, έγραψε ότι ήταν ο δάσκαλος ενός νέου λόγιου ρυθμού: του ρυθμού της σιωπής! Ωστόσο, μόνο σιωπηλός δεν ήταν και γι’ αυτό, το 1939, τον συνέλαβαν και τον έστειλαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σιβηρία, όπου και πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1940.

Thursday, July 12, 2007

Κωστής Παλαμάς (1859-1943)

Γ. Ροϊλός, Οι ποιητές (π. 1919). Λάδι σε μουσαμά, 130 εκ. x 170 εκ. Φιλολογικός Σύλλογος «Παρνασσός». Μεγάλοι ποιητές της γενιάς του 1880. Στα δεξιά της σύνθεσης απεικονίζεται ο Α. Προβελέγγιος να διαβάζει κάποιο ποίημά του, ενώ από τα αριστερά προς τα δεξιά διακρίνονται οι Γ. Στρατήγης, Γ. Δροσίνης, I. Πολέμης, K. Παλαμάς (στο κέντρο) και Γ. Σουρής.
Τον είχα πρωτακούσει ν' απαγγέλνει στη σάλα του παλιού Παρνασσού ένα βράδι χειμωνιάτικο την Κόρη της Λήμνου.
Ήμουνα φοιτητής, διάβαζα πολύ, έγραφα λίγο και δεν τολμούσα να δημοσιέψω λέξη ακόμα. Από τους νέους ποιητές με τραβούσε πολύ ο Δροσίνης. Τον Παλαμά τονέ θαύμαζα, μα δεν τον πολυκαταλάβαινα, δε με συγκινούσε. Τον είχα χαραχτηρίσει κ' εγώ με άλλους φίλους μου, δυσνόητον ποιητή. Με γεια μας! Ωστόσο, είπα, τονέ θαύμαζα. Κάτι παραπάνω του έβρισκα από το Δροσίνη κι από τους άλλους, μα δεν μπορούσα και ναν το ορίσω. Κάτι παραπάνω... Αυτό ικανοποιούσε το κριτικό μου μάτι.
Τη βραδιά που τον πρωτάκουσα στον Παρνασσό, ο θαυμασμός μου ανέβηκε αρκετά, για να φτάσει σιγά-σιγά, και με τα χρόνια, στο ζενίθ. Ένας κοντούλης, αδύνατος, με μουστάκια και γενάκια ολόμαυρα, και με μαλλιά κατάμαυρα, ανασηκωμένα σα βούρτσα. Μα τα φρύδια του τα πυκνά, τα κατεβασμένα κ' η ματιά του η βαθιά, πότε γεμάτη φως και πότε ολοσκότεινη, άδης, σε καταχτούσε, σου φώναζε πως κάποιος ξεχωριστός άνθρωπος κατέχει το βήμα με τα μάτια εκείνη τη βραδιά. Η σάλα του Παρνασσού γεμάτη. Όλοι νέοι, παιδιά. Οι σοβαροί, τα φιλολογικά καλπάκια, ολόγυρα στο προεδρείο, κάτω από το βήμα και στην πρώτη σειρά των καθισμάτων. Ο Παλαμάς άρχισε ν' απαγγέλνει. Η απαγγελία του με ξάφνιασε. Ασυνήθιστη.
Λίγες βραδιές πριν, είχ' ακούσει σην ίδια σάλα τον Αχιλλέα Παράσχο. Ύστερα από τη μελοδραματική απαγγελία του, τη λίγο θεατρινίστικη, η βαθιά, η ήρεμη, η υποβλητική απαγγελία του Παλαμά χτύπησε ολόισα στην ψυχή μου. Δε θυμάμαι, αν μ' ενθουσίασε πολύ το ποίημά του, η απαγγελία του όμως με καταμάγεψε. Μου 'μεινε για χρόνια στη μνήμη, τόσο σφηνώθηκε μέσα μου, που ύστερ' από τη βραδιά εκείνη ίσαμε σήμερα ακόμα, όσες φορές τον άκουσα ν' απαγγέλνει - κ' ευτύχησα να τον ακούσω τόσες και τόσες φορές - πάντα θαρρώ πως τον ακούω να μου απαγγέλνει την Κόρη της Λήμνου. Και θυμάμαι τα νιάτα μου και κατασυγκινούμαι.
Ύστερ' από ένα δυο χρόνια τονέ γνώρισα κι από κοντά. Είχε βγάλει τα Τραγούδια της πατρίδος μας, το πρώτο του βιβλίο, κ' είχε γράψει κι ο Μητσάκης στο κυριακάτικο Άστυ τη σκληρή και λίγο άδικη εκείνη σελίδα του για τα τραγούδια του. Ένα μεσημέρι με τον Κλεάνθη, το Μητσάκη κ' ένα δυο άλλους ακόμα φίλους, τον ανταμώσαμε σ' ένα μαστιχάδικο, στην οδό Σταδίου, αντικρύ στη Βουλή. Με συστήσανε. Χαιρετιστήκαμε. Δειλός και λιγόλογος εκείνος. Χειρότερος, την εποχή εκείνη, εγώ. Θέλησα κάτι κ' εγώ να πω. Ναν του δείξω πως έχω διαβάσει το βιβλίο του. Και ξεφούρνισα - πανάθεμά το! - ένα τετράστιχο, το μόνο που κατόρθωσα να θυμηθώ κείνη την ώρα:
Όλα της Άνοιξης τα κάλλη,
όλα τα στέλνω στο καλό,
μπροστά σε φρέσκο, παχουλό
Μεσολογγίτικο πετάλι.
- Καλύτερα ναν το τρώει κανείς αυτό παρά ναν το τραγουδεί! μου είπε χαμογελώντας.
- Καλύτερα! είπα κ' εγώ, γελώντας βλακωδώς, χωρίς να ξέρω, τότε τι πράμα είναι αυτό το περίφημο πετάλι.
Και τώρα;... Έζησα τόσο πολύ μαζί του πνευματικά, γίναμε τόσο φίλοι, συνεργαστήκαμε τόσο στενά, κι αχώριστα στο Νουμά, ώστε καταντάει ολάκερη η φιλολογική και δημοσιογραφική ζωή μου - τριάντα πέντε περίπου χρόνια - να 'ναι γεμάτη Παλαμά, κ' έτσι, αν καταπιαστώ ν' αραδιάσω ανέκδοτα κ' επεισόδια, χαραχτηρισικά κ' έντονα, της ζωής μας, να μην τελειώσω ποτέ.
Μια μέρα, που θ' αποχαιρετήσουμε κ' οι δυο μας για πάντα τη ζωή, θα δημοσιευτεί ίσως ένα χειρόγραφό μου Κουβέντες με τον ποιητή, παραπολύ δικό μας, intime. Τότε, σε σωρό ανέκδοτά μας και σε κουβέντες του βαθυστόχαστες, θα φανεί πόσο απλός και πόσο ευκολονόητος είναι ως ποιητής - και πόσο παιδιά μείναμε κ' οι δυο μας, μ' όλα τα χρόνια και μ' όλες τις μπόρες που περάσανε από πάνω μας.
Κάποτε ο Αργύρης Εφταλιώτης, περαστικός για δυο τρεις μέρες από δω, για να ξαναγυρίσει στην Αγγλία μου είπε:
- Πρόσεξες χτες το βράδι τον Παλαμά που πηγαίναμε στην Κηφισιά; Δε μιλούσε. Έκανε διάλεξη. Τόσο σοφή και τόσο ταχτοποιημένη ήταν η κουβέντα του!... Και τέτοια είναι η κουβέντα του Παλαμά, σα βρίσκεται με τους φίλους του, με ανθρώπους που τους θέλει, που τονέ νιώθουν. Ενώ αντίθετα σαν τονέ φορτώνονται, στο Πανεπιστήμιο, ή στον περίπατο, άνθρωποι αδιάφοροι ή ενοχλητικοί, τον πιάνει η περίφημη αφασία του. Αδύνατο ν' ανοίξει το στόμα του.
- Και δε μας λέτε κύριε Παλαμά, ποιος είναι ο πρώτος, κατά τη γνώμη σας, από τους σημερινούς Έλληνες ποιητές; τονέ ρώτησε κάποτε ένας κουτομορφωμένος κύριος που μας είχε έρθει από το Παρίσι και που κάμαμε τη γκάφα ναν του τονέ συστήσουμε ένα δειλινό, σ' ένα ζαχαροπλαστείο.
- Μ...μ...μ!... αποπειράθηκε ν' αρχίσει ο Παλαμάς, μα τίποτα. Η αφασία τον είχε κατακυριέψει.
Δημήτριος Π. Ταγκόπουλος,
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΠΟΡΤΡΕΤΑ.
Φιλολογική επιμέλεια: Κώστας Καφαντάρης.
Εκδόσεις Οδυσσέας 1988
Ο Δ.Π.Ταγκόπουλος, απόγονος αγωνιστών του 1821, γεννήθηκε στην Ύδρα το 1867. Σπούδασε στην Αθήνα ιατρική, αλλά δεν άσκησε το ιατρικό επάγγελμα παρά μόνο τέσσερα χρόνια. Από ο 1898 μέχρι το 1903 εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα (Εστία, Αστραπή, Σκριπ). Τη χρονιά αυτή και μέχρι το 1924 εκδίδει - με διακοπές λόγω μεγάλων οικονομικών δυσκολιών - το Νουμά, την εφημερίδα-περιοδικό που ταυτίστηκε με το πρόσωπό του. Μετά από ένα ξεκίνημα χωρίς καμιά συγκεκριμένη ιδεολογία ο Νουμάς που σημάδεψε μιαν ολόκληρη εποχή, αναδεικνύεται στο προπύργιο των δημοτικιστών. Στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν και πρόβαλαν τις απόψεις τους οι γνωστότεροι και σπουδαιότεροι από αυτούς, όπως ο Γιάννης Ψυχάρης, Αργύρης Εφταλιώτης, Αλέξαντρος Πάλλης, Φώτης Φωτιάδης, Ίων Δραγούμης κ.α. Για την όλη του δράση υπέρ του δημοτικισμού ο Δ.Π. Ταγκόπουλος χαρακτηρίστηκε από τον Μένο Φιλήντα ως ο Απόστολος Παύλος του κινήματος αυτού.
Σήμερα είναι γνωστός κυρίως για το Νουμά και σχεδόν καθόλου για το πρωτότυπο δημιουργικό του έργο - ποίηση, θεατρικά έργα, πεζογραφία (χρονογραφήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα), κριτική. Πέθανε το 1926.

Κάρολου Ντίκενς H IΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ

H Iστορία δύο πόλεων [A Tale of Two Cities, 1859] είναι ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Κάρολου Ντίκενς και διεκδικεί μια σημαντική θέση ανάμεσα στα έργα του. Η πλοκή διαδραματίζεται στα χρόνια που αρχίζει η γαλλική επανάσταση και καταλήγουν στο Γιακωβίνικο βασίλειο του τρόμου. Εξιστορεί τις περιπέτειες δύο ανθρώπων, του Charles Darnay και του Sydney Carton, οι οποίοι φαίνονται ότι μοιάζουν αλλά ουσιαστικά είναι πολύ διαφορετικοί ως προσωπικότητες.

Ο Darnay είναι ένας ρομαντικός γάλλος αριστοκράτης, ενώ ο Carton είναι ένας κυνικός άγγλος δικηγόρος. Εντούτοις, και οι δύο είναι ερωτευμένοι με την ίδια γυναίκα, την Lucie Manette. Άλλοι σημαντικοί χαρακτήρες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο είναι ο δρ Alexandre Manette (πατέρας της Lucie), ο οποίος φυλακίστηκε άδικα στην κακόφημη Βαστίλλη για πολλά χρόνια, και η κυρία Defarge, ένα επαναστατημένο θηλυκό με μια μνησικακία ενάντια στην οικογένεια Evrémonde.

Το έργο αυτό, Η ιστορία δύο πόλεων, είναι ένα ηθικό μυθιστόρημα που εστιάζει το ενδιαφέρον του σε θέματα όπως η ενοχή, η ελπίδα, η ντροπή, ο πατριωτισμός... Η αρχική πηγή του Ντίκενς ήταν το έργο The French Revolution: A History του Thomas Carlyle. Το αφήγημα εξαρτάται βασικά από την αλληλογραφία ως μέσο για τη ροή των γεγονότων, και ενώ δεν είναι ένα επιστολικό μυθιστόρημα με τον τρόπο που ο Pierre Choderlos de Laclos αναπτύσσει στο Les Liaisons Dangereuses, εντούτοις, αυτό είναι αμέσως προφανές ότι η ροή των επιστολών διαμορφώνει ένα μεγάλο μέρος της αφηγηματικής ανάπτυξης.

Το μυθιστόρημα καλύπτει μια περίοδο μεταξύ 1775 και 1793, μέχρι τη μέση περίοδο της γαλλικής επανάστασης. Αρχικά το μυθιστόρημα γράφτηκε τμηματικά για να δημοσιευτεί στις εφημερίδες, και τα κεφάλαιά του άνοιγαν και έκλειναν με το μεγάλα δράμα και το μυστήριο.

Ο Ντίκενς ισοζυγιάζει τη γαλλική επανάσταση – περιγράφει τη φρίκη και τις αγριότητες που δημιουργούνται και από τις δύο πλευρές. Οι δύο πόλεις που αναφέρονται στον τίτλο είναι το Λονδίνο και το Παρίσι. Σε όλο το μυθιστόρημα, τα ζευγάρια των ανθρώπων, οι τοποθεσίες, κ.λπ. συγκρίνονται και αντιπαραβάλλονται.

Ο Κάρολος Ντίκενς [Charles Dickens, 7/2/1812 – 9/6/1870] ως μυθιστοριογράφος έγινε δημοφιλής και στους μυημένους αλλά και στο λαό. Από μικρός γνώρισε τη φτώχεια και τις στερήσεις και φυσικά γνώριζε πολύ καλά τα αισθήματα των φτωχών, των ταπεινών και των καταφρονεμένων και τα κοινωνικά στοιχεία είναι έντονα σε όλα τα έργα του. Εξαιρετικά έργα θεωρούνται ο Δαβίδ Κόπερφιλντ [David Copperfield, 1850], όπου ο συγγραφέας περιλαμβάνει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ο Πίκουικ [The Pickwick Papers, 1837], οι Περιπέτειες του Όλιβερ Τουίστ [The adventures of Oliver Twist, 1839], η Ζωή και οι περιπέτειες του Νίκολας Νίκλεμπι [The Life and adventures of Nicholas Nickleby, 1839], οι Μεγάλες προσδοκίες [Great expectations, 1861] κ.α.

Pablo Neruda (1904-1973)



Κάπου νιώθουμε ότι ο μέγας Χιλιανός ποιητής Πάβλο Νερούδα [Pablo Neruda] είναι και δικός μας! Και τον θυμόμαστε γιατί ο Νερούδα γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904. Από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα. Το 1971, του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.

Ο Νερούδα αγαπήθηκε από τον κόσμο και είχε την ευκαιρία να διαβάσει ποιήματά του ενώπιον χιλιάδων πολιτών, κάτι που δεν έχει συμβεί ποτέ για κανέναν άλλον ποιητή στην ιστορία. Στις 15 Ιουλίου 1945 στο στάδιο Pacaembú στο São Paulo της Βραζιλία, μπροστά σε 100.000 ανθρώπους διάβασε ποιήματα προς τιμήν του κομμουνιστή επαναστάτη Luis Carlos Prestes. Κατά την επιστροφή του στη Χιλή μετά από την αποδοχή του Βραβείου Νόμπελ, ο Σαλβαδόρ Αλιέντε προσκάλεσε τον Νερούδα να διαβάσει ποιήματα στο Estadio Nacional ενώπιον 70.000 ανθρώπων.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Νερούδα κατέλαβε πολλές διπλωματικές θέσεις και εξελέγη γερουσιαστής για το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής. Όταν ο συντηρητικός της Χιλής Πρόεδρος González Videla έβγαλε εκτός νόμου τον κομμουνισμό στη Χιλή, εκδόθηκε ένταλμα για τη σύλληψη Neruda. Οι φίλοι τον έκρυψαν για μήνες σε ένα υπόγειο ενός σπιτιού στο Valparaíso. Στη συνέχεια δραπέτευσε και ακολούθησε το δρόμο της εξορίας μέσω ενός περάσματος ανάμεσα στα βουνά κοντά στη λίμνη Maihue στην Αργεντινή. Αργότερα, συνεργάστηκε στενά με τον σοσιαλιστή Πρόεδρο Salvador Allende.

Ο Νερούδα πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, στην κλινική Santa María του Σαντιάγο. Μετά από το θάνατό του, τα σπίτια του στο Valparaiso και στο Σαντιάγο λεηλατήθηκαν. Η κηδεία του πραγματοποιήθηκε με μια ογκώδη παρουσία της αστυνομίας, και αποτέλεσε μια ευκαιρία για το λαό να εκδηλώσει την αντίθεσή του στο καθεστώς Pinochet. Ο Πινοσέτ είχε αρνηθεί να δώσει άδεια διότι φοβόταν ακριβώς αυτό που έγινε: η κηδεία του Νερούδα μετεξελίχθηκε σε μια δημόσια εκδήλωση, όπου χιλιάδες Χιλιανοί παρά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, πλημμύρισαν τους δρόμους και η κηδεία έγινε η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στην στρατιωτική δικτατορία της Χιλής.

Η δικτατορική κυβέρνηση του Πινοσέτ, επιδίωξε με νύχια και με δόντια να περιορίσει την επιρροή του Νερούδα στη συλλογική συνείδηση της Χιλής. Η ποίησή του απαγορεύτηκε στη Χιλή από τη χούντα μέχρι την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1990.
Τα απομνημονεύματα της Matilde Urrutia, «Η ζωή μου με τον Πάβλο Νερούδα», δημοσιεύθηκαν μεταθανάτια το 1986. Ο Neruda είχε στην ιδιοκτησία του τρία σπίτια στη Χιλή, που σήμερα λειτουργούν ως μουσεία και είναι ανοικτά σε όλο τον κόσμο.

Η μελοποίηση του Canto general από τον Μίκη Θεοδωράκη ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή στη σχέση δυο πολιτισμών [Στη φωτογραφία, Ο Μίκης, η Φαραντούρη και ο Νερούδα]. Επίσης θα πρέπει να σημειώσω ότι μετά την ελληνική μεταπολίτευση το περιοδικό «Θέατρο» έκανε ένα εξαιρετικό αφιέρωμα στον Νερούδα, δημοσιεύοντας, μεταξύ άλλων κειμένων, και το περίφημο θεατρικό «Λάμψη και θάνατος του Χοακίν Μουριέτα», μ’ ένα συγκλονιστικό χαρακτικό του αξέχαστου Α.Τάσσου. Η μετάφραση του έργου είχε γίνει από την αγαπημένη μας Δανάη (την γνωστή μας τραγουδίστρια του Αττίκ), που είχε ζήσει στη Χιλή, ήταν φίλη με τον Νερούδα…

Wednesday, July 11, 2007

Max Jacob (1876-1944)


[Ο Μαξ Ζακόμπ, φιλοτεχνημένος από τον Μοντιλιάνι]
Ο γάλλος ποιητής, ζωγράφος, πεζογράφος, και κριτικός Max Jacob γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1876, στο Quimper της Βρετάνης. Το 1897 εγκατέλειψε το σχολείο για μια καλλιτεχνική σταδιοδρομία. Στο Boulevard Voltaire, μοιράστηκε ένα δωμάτιο με τον Pablo Picasso, ο οποίος τον γνώρισε στον Guillaume Apollinaire, κι εκείνος στη συνέχεια στον Georges Braque. Δέθηκε με στενή φιλία με τον Jean Cocteau, τον Christopher Wood και τον Amedeo Modigliani, ο οποίος φιλοτέχνησε το πορτρέτο του το 1916.

Ο Jacob, που ήταν εβραϊκής καταγωγής, υποστήριξε ότι είδε τον Χριστό σ' ένα όραμά του το 1909, και ασπάστηκε τον καθολικισμό. Αλλά, παρά τις ελπίδες του, η νέα θρησκεία του δεν θα μπορούσε να τον απελευθερώσει από τις ομοφυλοφυλικές λαχτάρες του, για τις οποίες είπε μια φορά, «εάν ο ουρανός βεβαιώνει τις λύπες μου, ο ουρανός θα με συγχωρήσει για την ευχαρίστηση αυτή που ξέρει ότι είναι ακούσια».

Το 1915, έφθασε μεθυσμένος στην κηδεία της ερωμένης του Πικάσο, της Eva Gödel, και προσπάθησε να αποπλανήσει τον οδηγό της νεκροφόρας.

Ο Max Jacob θεωρείται ως σημαντικός σύνδεσμος μεταξύ των συμβολιστών και των σουρεαλιστών, όπως μπορεί να δει στην ποιητική του πρόζα Le cornet à dés (Dice Box, 1917) και στη ζωγραφική του - εκθέσεις του πραγματοποιήθηκαν στη Νέα Υόρκη το 1930 και το 1938. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει τα Saint Matorel (1911), Le laboratoire central (1921), και Le défense de Tartuffe (1919), όπου και αναπτύσσει τις φιλοσοφικές και θρησκευτικές απόψεις του.
[Ο Μαξ Ζακόμπ - έργο που φιλοτέχνησε ο Πικάσο]
Στις 24 Φεβρουαρίου 1944 ο Max Jacob συνελήφθη από τη Γκεστάπο και κλείστηκε στη φυλακή. Έπειτα μεταφέρθηκε σε ένα στρατόπεδο στο Drancy απ’ όπου και θα τον έστελναν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Εντούτοις, λόγω της βρογχικής πνευμονίας που τον ταλαιπωρούσε, ο Max Jacob πέθανε στο στρατόπεδο του Drancy στις 5 Μαρτίου 1944.