Monday, October 5, 2026

“Περί τυφλότητος” του Ζοζέ Σαραμάγκου

 Η κατάρρευση του πολιτισμού και η δύσκολη ευθύνη να βλέπεις τον άλλον


Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Ένας άνθρωπος περιμένει στο αυτοκίνητό του να αλλάξει το φανάρι. Όταν ανάβει το πράσινο, δεν ξεκινά. Έχει χάσει ξαφνικά την όρασή του. Δεν βλέπει σκοτάδι, αλλά μια αδιαπέραστη λευκότητα. Κάποιος προσφέρεται να τον βοηθήσει· λίγο αργότερα, η φαινομενικά ανιδιοτελής χειρονομία αποδεικνύεται ευκαιρία για κλοπή. Από αυτή τη μικρή σκηνή καθημερινότητας αρχίζει μια καταστροφή που θα αποδιοργανώσει ολόκληρη την κοινωνία.

Το Περί τυφλότητος –όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης– κυκλοφόρησε στα πορτογαλικά το 1995 με τον τίτλο Ensaio sobre a Cegueira, που αποδίδεται κυριολεκτικά ως «Δοκίμιο περί τυφλότητας». Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Πρόκειται για μυθιστόρημα, παρά τη λέξη «δοκίμιο» στον πρωτότυπο τίτλο: ένα αφηγηματικό πείραμα που εξετάζει τι απομένει από τον άνθρωπο όταν καταρρέουν οι θεσμοί, οι συνήθειες και οι βεβαιότητες που οργανώνουν την ύπαρξή του.

Από την ανεξήγητη επιδημία στον κοινωνικό αποκλεισμό

Η αιφνίδια τύφλωση εξαπλώνεται με ανεξήγητο τρόπο. Ο οφθαλμίατρος που εξετάζει τον πρώτο ασθενή δεν εντοπίζει οργανική βλάβη ικανή να εξηγήσει την κατάστασή του. Σύντομα τυφλώνεται και ο ίδιος. Τα περιστατικά πολλαπλασιάζονται, χωρίς η επιστήμη να μπορεί να προσδιορίσει την αιτία ή να προτείνει θεραπεία.

Οι αρχές αντιδρούν εγκλείοντας τους πρώτους τυφλούς, καθώς και ανθρώπους που θεωρούνται ύποπτοι μόλυνσης, σε ένα εγκαταλειμμένο ψυχιατρικό ίδρυμα. Η απομόνωση συνοδεύεται από στρατιωτική επιτήρηση, απειλές και αυστηρές εντολές. Οι έγκλειστοι πρέπει να οργανώσουν μόνοι τους τη διαβίωσή τους, ενώ οι συνθήκες υγιεινής και η διανομή τροφής επιδεινώνονται.

Μαζί με τον γιατρό εισέρχεται στο ίδρυμα η γυναίκα του, η οποία προσποιείται ότι έχει επίσης τυφλωθεί. Είναι η μόνη από τα πρόσωπα της αφήγησης που διατηρεί την όρασή της. Γύρω της συγκροτείται σταδιακά μια μικρή ομάδα: ο πρώτος τυφλός και η γυναίκα του, η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά, ο ηλικιωμένος με το μαύρο κάλυμμα στο μάτι και το αγόρι με τον στραβισμό.

Ο εγκλεισμός αποτελεί το πρώτο μεγάλο πεδίο δοκιμασίας. Όταν αργότερα οι επιζώντες βγαίνουν από το ίδρυμα, διαπιστώνουν ότι η αποσύνθεση έχει επεκταθεί στην πόλη. Η μικρή κοινωνία της καραντίνας έχει προαναγγείλει την κατάσταση του εξωτερικού κόσμου.

Ο ίδιος ο Σαραμάγκου εξήγησε ότι ο χώρος του εγκλεισμού τού επέτρεψε να μετατρέψει τη γενική καταστροφή σε έναν περιορισμένο μικρόκοσμο, όπου θα μπορούσε να εξετάσει τις συνέπειές της. Πρόκειται, επομένως, για συνειδητή αφηγηματική επιλογή: η κρίση γίνεται κατανοητή μέσα από συγκεκριμένες ανθρώπινες σχέσεις.

Η λευκή τύφλωση και η αποτυχία της κατανόησης

Η επιλογή της λευκότητας είναι από τα πιο ισχυρά ευρήματα του βιβλίου. Παραδοσιακά, το φως συνδέεται με τη γνώση, ενώ το σκοτάδι με την άγνοια. Εδώ η αντίθεση ανατρέπεται. Οι άνθρωποι χάνονται μέσα σε μια εκτυφλωτική λευκότητα που καταργεί τα περιγράμματα και τις διαφορές.

Αυτό το εύρημα επιτρέπει μια ευρύτερη ανάγνωση: η παρουσία του φωτός δεν εξασφαλίζει την κατανόηση, όπως η κατοχή πληροφοριών δεν εξασφαλίζει την κρίση. Μπορούμε να έχουμε τον κόσμο μπροστά στα μάτια μας και να αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τι συμβαίνει στους άλλους.

Η αλληγορική τύφλωση του Σαραμάγκου αφορά αυτή την αποτυχία αναγνώρισης. Αφορά την αδιαφορία απέναντι στην ταπείνωση, την εξοικείωση με την αδικία, την ευκολία με την οποία ο άλλος μετατρέπεται σε εμπόδιο ή αντικείμενο εκμετάλλευσης.

Αυτή η ερμηνεία υποστηρίζεται και από τη διάλεξη του συγγραφέα για το Νόμπελ το 1998. Αναφερόμενος στο μυθιστόρημα, συνέδεσε την τύφλωση με την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και με την απώλεια του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.

Χρειάζεται, ωστόσο, να διατηρείται η διάκριση ανάμεσα στην αλληγορία και στην πραγματική αναπηρία. Το έργο εξετάζει μια φανταστική, αιφνίδια καθολική απώλεια της όρασης μέσα σε συνθήκες εγκατάλειψης. Η ηθική αποτυχία που δραματοποιεί αφορά τις πράξεις και τις σχέσεις των ανθρώπων· δεν αποτελεί ιδιότητα της τύφλωσης.

Άνθρωποι χωρίς ονόματα

Κανένα από τα κεντρικά πρόσωπα δεν έχει κύριο όνομα. Οι χαρακτήρες προσδιορίζονται από το επάγγελμα, τη σχέση τους με κάποιον άλλον ή ένα εξωτερικό γνώρισμα: ο γιατρός, η γυναίκα του γιατρού, ο πρώτος τυφλός, η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά.

Η ανωνυμία διευρύνει την εμβέλεια της ιστορίας. Η καταστροφή δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη εθνική κοινωνία ή σε μια αναγνωρίσιμη πόλη. Ο αναγνώστης δυσκολεύεται να τοποθετήσει τα γεγονότα σε ασφαλή απόσταση.

Παράλληλα, η απουσία ονομάτων δεν καταργεί την ατομικότητα. Καθώς εξελίσσεται το μυθιστόρημα, κάθε πρόσωπο αποκτά ιδιαίτερη παρουσία μέσα από τις πράξεις, τους φόβους, τις αδυναμίες και τις σχέσεις του. Ο Σαραμάγκου θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα: πόσο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο όταν γνωρίζουμε απλώς το όνομά του, το επάγγελμα ή την κοινωνική του θέση;

Η επιδημία ακυρώνει μεγάλο μέρος των προηγούμενων διακρίσεων. Η επαγγελματική γνώση του γιατρού δεν αρκεί για να τον προστατεύσει. Οι κοινωνικές ετικέτες που θα μπορούσαν να συνοδεύουν την κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να περιγράψουν τη φροντίδα που προσφέρει. Η ανθρώπινη αξία κρίνεται εκ νέου μέσα στη δοκιμασία.

Η εξουσία ως μηχανισμός εγκατάλειψης

Μία από τις οξύτερες πλευρές του μυθιστορήματος είναι η παρουσίαση της κρατικής αντίδρασης. Οι αρχές εξακολουθούν να εκδίδουν εντολές, όμως η ουσιαστική προστασία των ανθρώπων έχει παραχωρήσει τη θέση της στον αποκλεισμό τους.

Οι έγκλειστοι αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως απειλή. Η διοικητική γλώσσα οργανώνει υποχρεώσεις και απαγορεύσεις, ενώ αποσιωπά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης. Το κράτος διατηρεί τη δυνατότητα να τιμωρεί, αλλά αποσύρεται από την ευθύνη να φροντίζει.

Η πολιτική κριτική του έργου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Όταν ο φόβος γίνεται αποκλειστικό κριτήριο διακυβέρνησης, ο πολίτης μπορεί να πάψει να θεωρείται φορέας δικαιωμάτων. Μετατρέπεται σε πρόβλημα που πρέπει να απομακρυνθεί.

Δεν χρειάζεται να ταυτίσουμε την ιστορία με ένα συγκεκριμένο καθεστώς για να αναγνωρίσουμε τη σημασία της. Η αλληγορία εξετάζει έναν γενικότερο πειρασμό της εξουσίας: να παρουσιάζει την εγκατάλειψη των ευάλωτων ως αναγκαία προστασία του συνόλου.

Η τροφή, η βία και η παραγωγή της υποταγής

Μέσα στο ίδρυμα συγκροτείται μια ομάδα που ελέγχει τη διανομή των τροφίμων. Η κατοχή όπλου και η δυνατότητα επιβολής της βίας επιτρέπουν στους κυρίαρχους να απαιτούν αρχικά χρήματα και τιμαλφή. Αργότερα απαιτούν την παράδοση γυναικών, τις οποίες κακοποιούν σεξουαλικά.

Οι σκηνές αυτές είναι από τις πιο οδυνηρές του βιβλίου. Η σημασία τους υπερβαίνει την απεικόνιση της ωμότητας. Ο Σαραμάγκου δείχνει πώς μια βασική ανάγκη μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας. Όποιος ελέγχει την πρόσβαση στην τροφή αποκτά τη δυνατότητα να επιβάλει όρους στους πεινασμένους.

Η υποταγή δεν προκύπτει από ελεύθερη συμφωνία. Παράγεται από τη στέρηση, τον φόβο και την απουσία προστασίας. Το μυθιστόρημα αναγκάζει επομένως τον αναγνώστη να εξετάσει πόσο ελεύθερη είναι μια επιλογή όταν γίνεται υπό την απειλή της πείνας.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η βία δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη κακία. Έχει οργάνωση, μέσα και υλικά συμφέροντα. Η καταστροφή δεν διαλύει κάθε κοινωνική σχέση· επιτρέπει επίσης τη δημιουργία νέων σχέσεων κυριαρχίας.

Η γυναίκα του γιατρού: η όραση ως ευθύνη

Η γυναίκα του γιατρού αποτελεί τον ηθικό και συναισθηματικό άξονα του έργου. Το ότι βλέπει της δίνει ένα τεράστιο πρακτικό πλεονέκτημα. Θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να επιβληθεί στους άλλους ή για να εξασφαλίσει αποκλειστικά τη δική της επιβίωση. Επιλέγει, αντίθετα, να παραμείνει κοντά τους.

Η επιλογή της δεν την μετατρέπει σε άτρωτη ηρωίδα. Φοβάται, εξαντλείται και υποφέρει από όσα είναι υποχρεωμένη να αντικρίζει. Η όρασή της αποτελεί επίσης βάρος: βλέπει την ταπείνωση και την κακοποίηση που οι υπόλοιποι βιώνουν χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν την ίδια οπτική εικόνα.

Η πράξη με την οποία σκοτώνει τον αρχηγό των κακοποιητών περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη θέση της. Η φροντίδα δεν εμφανίζεται ως παθητική αγαθότητα. Η υπεράσπιση των άλλων φτάνει σε μια οριακή, βίαιη απόφαση, την οποία το έργο δεν μετατρέπει σε εύκολη ηθική συνταγή.

Η δύναμή της προκύπτει από τη διαρκή ανάληψη ευθύνης: βοηθά τους ανθρώπους να κινηθούν, να βρουν τροφή, να καθαριστούν και να διατηρήσουν κάποια μορφή κοινής ζωής. Μέσα από αυτήν, η δυνατότητα να βλέπει κανείς συνδέεται με την υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε όσα βλέπει.

Στη συνέντευξή του το 1995, ο Σαραμάγκου συνέδεσε τη γυναίκα του γιατρού με την Μπλιμούντα του Χρονικού του μοναστηριού. Η σύγκριση αναδεικνύει τη σημασία που έχουν στο έργο του οι γυναικείες μορφές οι οποίες διαθέτουν μια ιδιαίτερη ικανότητα αντίληψης και αντιστέκονται στην κυριαρχία.

Το σώμα ως μέτρο της αξιοπρέπειας

Ο Σαραμάγκου επιμένει στην πείνα, στις ακαθαρσίες, στις οσμές, στην αρρώστια και στη σωματική έκθεση. Η ανάγνωση γίνεται συχνά δυσάρεστη, επειδή η αφήγηση δεν επιτρέπει να απομακρυνθούμε από τις υλικές συνθήκες της καταστροφής.

Αυτή η επιμονή έχει ουσιαστική λειτουργία. Η αξιοπρέπεια χρειάζεται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: τροφή, νερό, καθαριότητα, ασφάλεια, ιδιωτικότητα. Όταν αυτές καταργούνται, οι διακηρύξεις περί ανθρωπισμού αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι πράξεις καθαρισμού και περιποίησης αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η φροντίδα του σώματος βοηθά τους χαρακτήρες να ξαναβρούν μια σχέση εμπιστοσύνης με τον εαυτό τους και με τους άλλους.

Ο πολιτισμός δοκιμάζεται, έτσι, και σε ένα στοιχειώδες επίπεδο: αν μια κοινωνία μπορεί να εξασφαλίσει στους ανθρώπους της τις συνθήκες για να ζουν χωρίς διαρκή ταπείνωση.

Η αλληλεγγύη και τα όρια της απαισιοδοξίας

Η ωμότητα του έργου μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Σαραμάγκου θεωρεί τη βαρβαρότητα την αληθινή φύση του ανθρώπου. Η ίδια η αφήγηση, όμως, αντιστέκεται σε μια τόσο απόλυτη ερμηνεία.

Στο εσωτερικό της καταστροφής αναπτύσσονται δεσμοί φροντίδας. Η μικρή ομάδα μοιράζεται την τροφή, αναζητεί καταφύγιο και διατηρεί τη συνοχή της. Η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά φροντίζει το αγόρι. Η γυναίκα του γιατρού στηρίζει τους συντρόφους της, αλλά χρειάζεται και η ίδια τη συναισθηματική τους παρουσία.

Ακόμη και ο σκύλος που πλησιάζει τη γυναίκα του γιατρού και γλείφει τα δάκρυά της αποκτά θέση σε αυτό το δίκτυο συντροφικότητας. Μέσα σε έναν κόσμο αποσύνθεσης, μια απλή χειρονομία επαφής αποκτά ιδιαίτερη δύναμη.

Η αλληλεγγύη δεν καταργεί την καταστροφή. Δημιουργεί, όμως, έναν χώρο μέσα στον οποίο η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με κάποια αξιοπρέπεια. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ικανός τόσο για εκμετάλλευση όσο και για φροντίδα. Η κρίση κάνει τις συνέπειες αυτών των επιλογών πιο ορατές.

Η γραφή που παρασύρει και ανησυχεί

Η μορφή του βιβλίου είναι αναπόσπαστη από τη σημασία του. Οι μεγάλες προτάσεις, η ιδιαίτερη χρήση του κόμματος και η ενσωμάτωση των διαλόγων στη ροή της αφήγησης συγκροτούν το χαρακτηριστικό ύφος του Σαραμάγκου. Οι αλλαγές ομιλητή συχνά δηλώνονται με κεφαλαίο γράμμα, χωρίς τη συνηθισμένη τυπογραφική οργάνωση του διαλόγου.

Στην αρχή ο αναγνώστης χρειάζεται να προσαρμοστεί. Σταδιακά, όμως, αναγνωρίζει έναν ρυθμό που πλησιάζει τον προφορικό λόγο: οι φωνές διαδέχονται η μία την άλλη, οι σκέψεις παρεμβάλλονται στα γεγονότα και ο αφηγητής σχολιάζει όσα περιγράφει.

Η αφήγηση συνδυάζει ειρωνεία, στοχασμό και σκληρή παρατήρηση. Παροιμίες και κοινότοπες εκφράσεις εμφανίζονται για να δοκιμαστούν απέναντι στην πραγματικότητα. Όσα ακούγονται αυτονόητα σε συνθήκες ασφάλειας αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκή μέσα στην κρίση.

Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς μια ακολουθία επεισοδίων. Καλείται να επανεξετάσει τις κρίσεις του για κάθε πρόσωπο και για κάθε πράξη. Η δυσκολία της γραφής υπηρετεί αυτή τη διαρκή εγρήγορση.

Η θέση του έργου και η σχέση του με την «Πανούκλα»

Το Περί τυφλότητος κατέχει κεντρική θέση στην ώριμη δημιουργία του Σαραμάγκου. Η Σουηδική Ακαδημία, στην ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998, αναφέρθηκε ειδικά στο μυθιστόρημα και στη δύναμη της φαντασίας και της παρατηρητικότητάς του. Η γενικότερη αιτιολόγηση της βράβευσης υπογράμμισε τη σύζευξη παραβολής, συμπόνιας και ειρωνείας στο έργο του.

Η σύγκριση με την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ είναι εύλογη ως αναγνωστική προσέγγιση. Και στα δύο μυθιστορήματα μια συλλογική συμφορά θέτει σε δοκιμασία την ευθύνη και την αλληλεγγύη. Η σύγκριση αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη σχέση επιρροής: όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Σαραμάγκου απέρριψε τον συγκεκριμένο παραλληλισμό και τόνισε τον αλληγορικό, ηθικό χαρακτήρα του δικού του βιβλίου.

Μια ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στη μορφή της απειλής. Στον Σαραμάγκου η επιδημία καταστρέφει την ίδια τη δυνατότητα προσανατολισμού στον κοινό κόσμο. Η κρίση αφορά ταυτόχρονα την επιβίωση, την εξουσία και την αναγνώριση του άλλου.

Το μεταγενέστερο Περί φωτίσεως επανέρχεται στην πολιτική προβληματική από διαφορετική αφετηρία: τη μαζική επιλογή της λευκής ψήφου και την αντίδραση του κρατικού μηχανισμού. Τα δύο έργα προσφέρονται για κοινή ανάγνωση γύρω από τη σχέση κοινωνίας, ευθύνης και εξουσίας.

Το τέλος: επιστρέφει η όραση, αλλά τι έχει αλλάξει;

Προς το τέλος, η όραση αρχίζει να επανέρχεται, χωρίς να έχει εξηγηθεί ούτε η εμφάνιση ούτε η υποχώρηση της επιδημίας. Ο Σαραμάγκου αποφεύγει μια ιατρική λύση του μυστηρίου, καθώς το κύριο ερώτημα παραμένει ηθικό.

Η αποκατάσταση της όρασης δεν αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι έχουν κατανοήσει όσα συνέβησαν. Μπορούν να επιστρέψουν στις προηγούμενες συνήθειες, στις ίδιες σχέσεις εξουσίας και στην ίδια αδιαφορία.

Στην τελευταία σκηνή, η γυναίκα του γιατρού κοιτάζει τον ουρανό και τον βλέπει λευκό. Για μια στιγμή φοβάται ότι ήρθε η δική της ώρα να τυφλωθεί. Κατεβάζει το βλέμμα και βλέπει την πόλη. Η κατάληξη αφήνει περιθώριο ελπίδας, χωρίς να προσφέρει εγγύηση αλλαγής.

Ο συγγραφέας, μιλώντας για αυτή τη σκηνή, διευκρίνισε ότι θέλησε να διατηρήσει ένα άνοιγμα προς την ελπίδα. Η επιβίωση μπορεί να γίνει αφετηρία μιας διαφορετικής σχέσης με τον κόσμο· παραμένει όμως δυνατότητα που απαιτεί ανθρώπινη ανταπόκριση.

Το βαθύτερο ερώτημα του μυθιστορήματος παραμένει συνεπώς ανοιχτό: όταν ξαναβλέπουμε, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνους που προηγουμένως αγνοούσαμε;

Η κινηματογραφική μεταφορά

Το έργο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2008 με τον τίτλο Blindness, σε σκηνοθεσία Φερνάντο Μερέγιες και σενάριο Ντον ΜακΚέλαρ. Η Τζούλιαν Μουρ υποδύθηκε τη γυναίκα του γιατρού και ο Μαρκ Ράφαλο τον γιατρό. Η ταινία άνοιξε το Φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς και συμμετείχε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα.

Η μεταφορά ανέδειξε την οπτική δύναμη της λευκότητας και τη σωματική διάσταση της καταστροφής. Το μυθιστόρημα, ωστόσο, προσφέρει επιπλέον την ιδιαίτερη φωνή του αφηγητή: την ειρωνεία, τις παρεκβάσεις και τις συνεχείς μετακινήσεις ανάμεσα στο γεγονός και στον στοχασμό.

Το Περί τυφλότητος διατηρεί τη δύναμή του επειδή συνδέει το ακραίο αφηγηματικό του εύρημα με μια αναγνωρίσιμη καθημερινή αποτυχία: την αδυναμία να αντιμετωπίσουμε τον άλλον ως άνθρωπο με ανάγκες, φόβους και δικαιώματα. Η γυναίκα του γιατρού δίνει σε αυτή την αποτυχία μια έμπρακτη απάντηση. Βλέπει, υποφέρει και εξακολουθεί να φροντίζει. Μέσα από την επιμονή της, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Τεκμηριωτικές αναφορές

Οι παρακάτω πηγές τεκμηριώνουν τα εκδοτικά στοιχεία, τις δηλώσεις του συγγραφέα και την κινηματογραφική μεταφορά. Οι επιμέρους ερμηνείες της παρουσίασης αποτελούν κριτική ανάγνωση του μυθιστορήματος.

  1. José Saramago, Ensaio sobre a Cegueira (1995). Πρωτογενές έργο. Ελληνική έκδοση: Περί τυφλότητος, μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη. Η καταχώριση του BookPoint τεκμηριώνει έκδοση του Δεκεμβρίου 2013, με ISBN 978-960-03-5671-7. Βιβλιογραφική καταχώριση.

  2. Fundação José Saramago, «Ensaio sobre a Cegueira». Επίσημη παρουσίαση και χρονολόγηση του έργου. Σελίδα του Ιδρύματος.

  3. Clara Ferreira Alves – José Saramago, συνέντευξη στο Expresso, Οκτώβριος 1995. Αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Blimunda του Ιδρύματος Σαραμάγκου, στις 5 Νοεμβρίου 2025, με τίτλο «30 anos de cegueira branca». Πολύτιμη πρωτογενής μαρτυρία για τον εγκλεισμό, την ηθική διάσταση, τη γυναίκα του γιατρού και την κατάληξη. Πλήρης συνέντευξη.

  4. José Saramago, διάλεξη για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1998. Περιλαμβάνει την αναφορά του συγγραφέα στη σύνδεση του έργου με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Nobel Lecture.

  5. Σουηδική Ακαδημία, ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας, 8 Οκτωβρίου 1998. Ειδική αναφορά στο μυθιστόρημα και αποτίμηση της συνολικής δημιουργίας του συγγραφέα.

  6. Festival de Cannes, Blindness (2008). Επίσημη καταχώριση με συντελεστές και στοιχεία συμμετοχής.

Sunday, October 4, 2026

“Οι θεατρίνοι” του Γκράχαμ Γκριν

 Οι μάσκες των ανθρώπων μπροστά στον τρόμο


Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός

Στους Θεατρίνους (The Comedians), τρεις άνδρες ταξιδεύουν με πλοίο προς την Αϊτή: ο Μπράουν, ο Σμιθ και ο Τζόουνς. Τα κοινότοπα επώνυμά τους μοιάζουν σχεδόν επιλεγμένα για ένα θεατρικό πρόγραμμα. Ο ένας έχει ένα ξενοδοχείο, ο δεύτερος ένα όραμα για τη βελτίωση της ζωής των ανθρώπων και ο τρίτος μια εντυπωσιακή ιστορία για τον εαυτό του. Όταν φτάνουν στη χώρα του δικτάτορα Φρανσουά «Παπά Ντοκ» Ντιβαλιέ, ο καθένας τους θα αναγκαστεί να αναμετρηθεί με τον ρόλο που παίζει.

Ο Γκράχαμ Γκριν εξέδωσε το μυθιστόρημα το 1966. Η Αϊτή του βιβλίου ζει υπό τον φόβο του καθεστώτος και των ένοπλων οργάνων του, των Τοντόν Μακούτ. Ο τίτλος μπορεί αρχικά να υποσχεθεί μια κωμωδία· γρήγορα αποκαλύπτεται η πικρή του ειρωνεία. Οι «θεατρίνοι» κινούνται σε έναν κόσμο όπου ένα αστείο μπορεί να συγκαλύπτει τον τρόμο και μια επινοημένη ταυτότητα να γίνει ζήτημα ζωής και θανάτου.

Λίγα λόγια για τον Γκράχαμ Γκριν

Ο Γκράχαμ Γκριν (1904–1991) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Βρετανούς μυθιστοριογράφους του 20ού αιώνα. Στα έργα του συναντιούνται η πολιτική ίντριγκα, το σασπένς και τα ηθικά διλήμματα ανθρώπων που δεν είναι βέβαιοι ούτε για τις πράξεις ούτε για τις πεποιθήσεις τους. Βιβλία όπως Ο ήσυχος Αμερικανός, Το τέλος μιας σχέσης και Ο άνθρωπός μας στην Αβάνα δείχνουν διαφορετικές όψεις αυτού του ενδιαφέροντος.

Η πίστη, η αμφιβολία, η προδοσία και η ανάγκη να σταθεί κάποιος δίπλα σε έναν άλλον άνθρωπο επανέρχονται συχνά στη γραφή του. Ο Γκριν σπάνια χαρίζει στους χαρακτήρες του την άνεση μιας καθαρής συνείδησης. Τους τοποθετεί σε συνθήκες όπου κάθε επιλογή έχει κόστος και όπου η αποχή από την επιλογή είναι επίσης μια στάση.

Είχε γνωρίσει την Αϊτή, και το μυθιστόρημά του προκάλεσε την οργή του καθεστώτος Ντιβαλιέ. Αυτό το πραγματικό ιστορικό πλαίσιο έχει σημασία για την ανάγνωση: η δικτατορία στο βιβλίο δεν λειτουργεί ως επινοημένο εξωτικό σκηνικό. Ο Γκριν χρησιμοποιεί τη μυθοπλασία για να μεταδώσει την εμπειρία μιας κοινωνίας στην οποία ο φόβος εισχωρεί στις πιο συνηθισμένες πράξεις.

Το ταξίδι και η άφιξη στην Αϊτή

Αφηγητής είναι ο Μπράουν, ένας άνθρωπος αβέβαιης καταγωγής και ακόμη πιο αβέβαιης εσωτερικής ταυτότητας. Επιστρέφει στην Αϊτή, όπου έχει κληρονομήσει από τη μητέρα του το ξενοδοχείο Τριανόν. Έχει προσπαθήσει να το πουλήσει, χωρίς επιτυχία. Το ξενοδοχείο, που θα έπρεπε να φιλοξενεί ταξιδιώτες, βρίσκεται πια σε μια χώρα από την οποία οι επισκέπτες απομακρύνονται και οι κάτοικοι φοβούνται.

Στο ίδιο πλοίο ταξιδεύουν ο κύριος και η κυρία Σμιθ, ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Αμερικανών. Ο κύριος Σμιθ πιστεύει με πάθος ότι η χορτοφαγία μπορεί να συμβάλει σε έναν καλύτερο κόσμο και ελπίζει να δημιουργήσει στην Αϊτή ένα σχετικό κέντρο. Μαζί τους βρίσκεται ο «ταγματάρχης» Τζόουνς, ένας ευχάριστος, φλύαρος άνθρωπος που διηγείται ιστορίες για τη στρατιωτική του δράση. Από νωρίς γεννιέται η υποψία ότι η εικόνα που παρουσιάζει δεν αντέχει σε προσεκτικό έλεγχο.

Η άφιξη αφαιρεί γρήγορα από το ταξίδι κάθε αίσθηση περιπέτειας. Στο σχεδόν έρημο ξενοδοχείο του, ο Μπράουν έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο ενός πρώην υπουργού. Η παρουσία των Τοντόν Μακούτ γίνεται αισθητή παντού, ακόμη κι όταν κανείς τους δεν βρίσκεται μπροστά του. Οι άνθρωποι προσέχουν τι λένε, ποιον γνωρίζουν, ποιος μπορεί να τους είδε. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά οι πιο απλές της κινήσεις απαιτούν υπολογισμό.

Ο Γκριν οικοδομεί έτσι ένα ιδιαίτερο είδος αγωνίας. Ο κίνδυνος δεν προέρχεται μόνο από ένα μεμονωμένο περιστατικό που αναμένει λύση. Προέρχεται από την αβεβαιότητα που έχει γίνει μόνιμος όρος της καθημερινότητας. Κανείς δεν ξέρει με σιγουριά ποια φήμη είναι αληθινή, ποιος συνεργάζεται με το καθεστώς ή ποια συνάντηση μπορεί να αποδειχθεί μοιραία.

Ο Μπράουν: ο αφηγητής που δυσκολεύεται να πιστέψει

Ο Μπράουν είναι το πιο σύνθετο κέντρο του μυθιστορήματος. Βλέπει καθαρά τη βία της δικτατορίας και περιφρονεί την υποκρισία. Διαθέτει χιούμορ, οξυδέρκεια και την ικανότητα να αναγνωρίζει τις αυταπάτες των άλλων. Όμως αυτή η ικανότητα δεν τον οδηγεί εύκολα σε πράξη. Είναι τόσο συνηθισμένος να αμφισβητεί τα κίνητρα και τις βεβαιότητες, ώστε αμφισβητεί ακόμη και τη δική του δυνατότητα να δεσμευτεί.

Η αμφιβολία του έχει ρίζες και στην προσωπική του ιστορία. Γνωρίζει ελάχιστα για τον πατέρα του, ενώ η σχέση του με τη μητέρα του άφησε πίσω της περισσότερα ερωτήματα από απαντήσεις. Έχει ζήσει αλλάζοντας τόπους και επαγγέλματα. Το Τριανόν μοιάζει να του προσφέρει ένα σημείο αναφοράς, αλλά ούτε εκεί καταφέρνει να αισθανθεί πως ανήκει.

Ως αφηγητής, ο Μπράουν ελέγχει όσα μαθαίνουμε για τους άλλους. Η ειρωνεία του είναι γοητευτική, αλλά δεν πρέπει να την εμπιστευόμαστε άκριτα. Όταν μιλά για τον Σμιθ, διακρίνει εύκολα το αστείο στοιχείο των ιδεών του. Όταν μιλά για τον Τζόουνς, υποψιάζεται την απάτη. Όταν μιλά για τη Μάρθα, την ερωμένη του, η ζήλια του επηρεάζει όσα πιστεύει ότι γνωρίζει. Η παρατηρητικότητά του είναι πραγματική· τα συμπεράσματά του δεν είναι πάντοτε δίκαια.

Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην εξυπνάδα και στη σοφία αποτελεί ένα από τα δυνατότερα σημεία του βιβλίου. Ο Μπράουν μπορεί να εκθέτει τις ψευδαισθήσεις των άλλων, αλλά δεν βλέπει πάντα τις δικές του. Η ειρωνεία τον προστατεύει από την απογοήτευση και συγχρόνως τον εμποδίζει να εμπιστευτεί.

Ο Σμιθ: η αφέλεια που δεν είναι τόσο απλή

Ο κύριος Σμιθ αποτελεί αρχικά εύκολο στόχο για τον σαρκασμό του Μπράουν. Φτάνει σε μια χώρα όπου άνθρωποι εξαφανίζονται και δολοφονούνται, ελπίζοντας να προωθήσει τη χορτοφαγία. Η δυσαναλογία ανάμεσα στο σχέδιό του και στην πραγματικότητα είναι τόσο μεγάλη, ώστε προκαλεί σχεδόν αμηχανία.

Ο Γκριν, όμως, δεν τον αφήνει καθηλωμένο στον ρόλο του αφελούς Αμερικανού. Ο Σμιθ διαθέτει μια σταθερή επιθυμία να βελτιώσει τη ζωή των άλλων. Καθώς γνωρίζει την Αϊτή, αντιλαμβάνεται ότι η καλή πρόθεση δεν αρκεί και ότι το πρόγραμμά του δεν μπορεί να προχωρήσει σαν να μην υπάρχει το καθεστώς. Η εμπειρία δεν τον μετατρέπει σε κυνικό άνθρωπο. Τον υποχρεώνει να δει πιο καθαρά.

Αυτό είναι ουσιώδες για την ηθική δομή του μυθιστορήματος. Η αφέλεια του Σμιθ μπορεί να διορθωθεί από την πραγματικότητα, επειδή ο ίδιος παραμένει ανοιχτός σε όσα βλέπει. Ο κυνισμός του Μπράουν, αντιθέτως, κινδυνεύει να γίνει ένας τρόπος να κρατά την πραγματικότητα σε ασφαλή απόσταση. Ο αναγνώστης μπορεί να χαμογελάσει με τον Σμιθ και ταυτόχρονα να αναγνωρίσει ότι η επιμονή του να νοιάζεται είναι μια μορφή δύναμης.

Ο Τζόουνς: η επινόηση ενός εαυτού

Ο «ταγματάρχης» Τζόουνς παρουσιάζει τον εαυτό του ως άνθρωπο στρατιωτικής εμπειρίας. Οι ιστορίες του είναι ελκυστικές, αλλά και ύποπτες. Παίζει έναν ρόλο, γιατί μέσα σε αυτόν μπορεί να γίνει κάποιος πιο αξιόλογος από τον άνθρωπο που πιστεύει ότι είναι.

Θα ήταν απλό να τον αντιμετωπίσουμε ως κοινό απατεώνα. Ο Γκριν επιλέγει μια πιο ενδιαφέρουσα διαδρομή. Ο Τζόουνς παραμένει αστείος και συχνά αξιολύπητος, αλλά έχει την ικανότητα να κάνει τους άλλους να γελούν και να κερδίζει την τρυφερότητά τους. Όταν οι περιστάσεις τον φέρνουν κοντά σε μια ομάδα αντιστασιακών, οι επινοημένες στρατιωτικές του περγαμηνές γίνονται ξαφνικά επικίνδυνες. Άνθρωποι που διακινδυνεύουν τη ζωή τους μπορεί να βασιστούν πάνω του.

Προς το τέλος αποκαλύπτεται πόσο περιορισμένη ήταν η πραγματική πολεμική του εμπειρία. Κι όμως, η ζωή του δεν εξαντλείται σε αυτή την αποκάλυψη. Στην κρίσιμη στιγμή, ο άνδρας που είχε επινοήσει έναν γενναίο εαυτό ενεργεί με γενναιότητα. Ο Γκριν αφήνει έτσι ανοιχτό ένα συναρπαστικό ερώτημα: μπορεί ένας ρόλος, που γεννήθηκε από τη ματαιοδοξία και τον φόβο, να οδηγήσει τελικά τον άνθρωπο σε μια αληθινή πράξη;

Ο Τζόουνς είναι ίσως η πιο συγκινητική μορφή του μυθιστορήματος ακριβώς επειδή καμία απλή ετυμηγορία δεν του ταιριάζει. Η προηγούμενη απάτη του δεν εξαφανίζεται. Ούτε, όμως, η τελευταία του επιλογή μπορεί να ακυρωθεί από όσα είχε πει ψέματα.

Τι σημαίνει «θεατρίνοι»;

Ο τίτλος αφορά πρωτίστως τους τρεις άνδρες, αλλά απλώνεται σε ολόκληρο το βιβλίο. Ο Μπράουν παίζει τον ρόλο του ανθρώπου που έχει δει τα πάντα και δεν πιστεύει σε τίποτε. Ο Σμιθ φτάνει ως άκακος μεταρρυθμιστής, ώσπου η πραγματικότητα δοκιμάζει τις ιδέες του. Ο Τζόουνς κατασκευάζει την εικόνα του γενναίου στρατιωτικού.

Στην Αϊτή παίζεται και ένα πολύ μεγαλύτερο θέατρο. Η δικτατορία επιδεικνύει ισχύ, κατασκευάζει εικόνες και απαιτεί από τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν να αποδέχονται όσα γνωρίζουν ότι είναι ψευδή. Η δημόσια παράσταση του καθεστώτος στηρίζεται σε πραγματική βία. Γι’ αυτό ο τίτλος αποκτά μια οδυνηρή διπλή σημασία: οι μικρές προσωπικές μεταμφιέσεις των επισκεπτών συναντούν την οργανωμένη υποκρισία μιας εξουσίας που μπορεί να σκοτώνει.

Υπάρχει, ωστόσο, διαφορά ανάμεσα στους ρόλους. Κάποιος προσποιείται για να εντυπωσιάσει, άλλος για να αποφύγει τη σύγκρουση, άλλος για να επιβιώσει. Ο Γκριν δεν θεωρεί κάθε μάσκα ισοδύναμη. Ρωτά τι συμβαίνει όταν η ανάγκη να προστατεύσουμε την εικόνα μας συγκρούεται με την ευθύνη μας απέναντι στους άλλους.

Η δικτατορία μέσα στην καθημερινή ζωή

Η ισχύς του μυθιστορήματος ως πολιτικού έργου βρίσκεται στο ότι ο Γκριν δείχνει τον τρόμο μέσα από συγκεκριμένες σχέσεις και χώρους. Ένα ξενοδοχείο μένει χωρίς πελάτες. Ένας υπάλληλος έχει ήδη γνωρίσει τη βία των Τοντόν Μακούτ. Μια οικογένεια δυσκολεύεται ακόμη και να θάψει τον νεκρό της. Ένας άνθρωπος σκέφτεται αν πρέπει να βοηθήσει κάποιον άλλον, γνωρίζοντας ότι έτσι μπορεί να βρεθεί και ο ίδιος σε κίνδυνο.

Η δικτατορία επηρεάζει, λοιπόν, περισσότερα από την πολιτική ζωή με τη στενή έννοια. Αλλάζει την έννοια της φιλοξενίας, της φιλίας και της εμπιστοσύνης. Κάνει την αλήθεια επικίνδυνη και τη σιωπή αναγκαία για πολλούς. Ακόμη και το χιούμορ αποκτά διαφορετικό βάρος: μπορεί να προσφέρει μια στιγμή ανακούφισης, αλλά δεν μπορεί να εξαφανίσει όσα συμβαίνουν γύρω από εκείνον που γελά.

Ο Γκριν αποφεύγει να παρουσιάσει τους κατοίκους της Αϊτής ως αδιαφοροποίητο πλήθος θυμάτων. Ο γιατρός Μαζιό, ο Ζοζέφ και οι άνθρωποι που συμμετέχουν στην αντίσταση έχουν δικές τους πεποιθήσεις και παίρνουν αποφάσεις με σοβαρό κόστος. Η παρουσία τους υποχρεώνει τον Μπράουν, και μαζί του τον αναγνώστη, να δει πέρα από τις περιπέτειες των ξένων επισκεπτών. Για εκείνους η Αϊτή είναι ένας τόπος όπου βρέθηκαν· για τους Αϊτινούς χαρακτήρες είναι η χώρα όπου πρέπει να συνεχίσουν να ζουν.

Ο γιατρός Μαζιό και το ερώτημα της πίστης

Ο γιατρός Μαζιό είναι από τους ανθρώπους που αντιστέκονται στο καθεστώς. Έχει πολιτικές πεποιθήσεις, γνωρίζει τον κίνδυνο και δεν αντιμετωπίζει τη δέσμευσή του ως περιπέτεια. Στη σχέση του με τον Μπράουν αναδεικνύεται μια από τις βαθύτερες συγκρούσεις του βιβλίου: η σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη σε κάτι και στην πεποίθηση ότι κάθε πίστη μπορεί να αποδειχθεί αυταπάτη.

Για τον Γκριν, η πίστη εδώ δεν αφορά μόνο τη θρησκεία. Μπορεί να σημαίνει πολιτική στράτευση, αφοσίωση σε έναν άνθρωπο ή την απόφαση να πράξεις κάτι ενώ δεν έχεις καμία εγγύηση ότι θα πετύχει. Ο Μπράουν βλέπει τα ελαττώματα κάθε ιδέας και κάθε ανθρώπου. Ο Μαζιό γνωρίζει επίσης την ανθρώπινη ατέλεια, αλλά δεν τη χρησιμοποιεί ως λόγο αποχής.

Το ερώτημα που αφήνει πίσω του δεν είναι αν ο Μπράουν μπορεί να αποκτήσει ξαφνικά απόλυτη βεβαιότητα. Είναι αν μπορεί να πάψει να θεωρεί την αμφιβολία αρκετή απάντηση σε όλα. Η διαφορά είναι μεγάλη: κάποιος μπορεί να μην είναι σίγουρος ότι η πράξη του θα αλλάξει τον κόσμο και παρ’ όλα αυτά να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί.

Η Μάρθα και τα όρια της οικειότητας

Η Μάρθα, σύζυγος ενός διπλωμάτη και ερωμένη του Μπράουν, του προσφέρει μια δυνατότητα προσωπικής εγγύτητας που εκείνος επιθυμεί αλλά δυσκολεύεται να αντέξει. Η σχέση τους διαμορφώνεται από τη μυστικότητα, τις συναντήσεις που πρέπει να προφυλάσσονται και την αβέβαιη θέση και των δύο στην Αϊτή.

Ο Μπράουν συχνά αναζητεί αποδείξεις ότι τον αγαπά, ενώ ταυτόχρονα φαντάζεται πως τον εξαπατά. Η ζήλια του γίνεται ένας τρόπος να οργανώνει την πραγματικότητα γύρω από τον δικό του φόβο. Όταν υποψιάζεται τον Τζόουνς, η κρίση του για τον άλλον και οι αποφάσεις του επηρεάζονται από όσα δεν γνωρίζει. Ο Γκριν δείχνει έτσι ότι η δυσπιστία δεν είναι πάντοτε σημάδι οξυδέρκειας. Μπορεί να είναι μια μορφή εγωισμού που αποδίδει στους άλλους ρόλους χωρίς να τους ακούει.

Η Μάρθα έχει επίσης τις δικές της υποχρεώσεις, επιθυμίες και φόβους. Η δυσκολία του Μπράουν να δεχτεί ότι δεν γνωρίζει πλήρως την εσωτερική της ζωή φανερώνει πόσο εύκολα ένας άνθρωπος μπορεί να συγχέει την αγάπη με την ανάγκη να αισθάνεται ασφαλής.

Το τέλος και η πικρή ειρωνεία του

Το μυθιστόρημα δεν οδηγεί σε μια καθαρή νίκη επί της δικτατορίας. Η αντίσταση έχει απώλειες. Ο Τζόουνς πεθαίνει έχοντας σταθεί, στην τελευταία φάση της ζωής του, δίπλα σε ανθρώπους που τον εμπιστεύτηκαν. Ο Μπράουν διαφεύγει από την Αϊτή και αργότερα εργάζεται σε γραφείο κηδειών. Το επάγγελμά του δίνει στην κατάληξη μια σκληρή ειρωνεία: ο άνθρωπος που κρατούσε απόσταση από τις μεγάλες δεσμεύσεις βρίσκεται τώρα καθημερινά αντιμέτωπος με το πιο αναπόφευκτο γεγονός της ζωής.

Ο Γκριν δεν του χαρίζει μια εύκολη μεταμόρφωση. Ο Μπράουν έχει δει θάρρος, αγάπη, αυταπάτη και θάνατο, αλλά παραμένει άνθρωπος που δυσκολεύεται να πιστέψει. Αυτό το ανοιχτό τέλος ταιριάζει στο βιβλίο. Οι εμπειρίες μας δεν μας κάνουν αυτομάτως καλύτερους· μπορούν, όμως, να αφαιρέσουν ορισμένες από τις δικαιολογίες μας.

Γιατί οι Θεατρίνοι είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα

Ο Γκριν κατορθώνει να συνδυάσει την αγωνία ενός πολιτικού θρίλερ με την ψυχολογική ακρίβεια ενός μυθιστορήματος για την ανθρώπινη αδυναμία. Οι απειλές, οι φυγές και οι ανατροπές κρατούν την αφήγηση ζωντανή. Κάτω από αυτές εξελίσσεται μια πιο δύσκολη ιστορία: πώς ξεχωρίζει κανείς τον ρόλο από τον άνθρωπο που τον παίζει;

Ο Μπράουν φαίνεται ειλικρινής επειδή δηλώνει ότι δεν τρέφει αυταπάτες. Ο Σμιθ φαίνεται γελοίος επειδή εξακολουθεί να ελπίζει. Ο Τζόουνς φαίνεται ανάξιος εμπιστοσύνης επειδή επινοεί μια ηρωική ζωή. Καθώς προχωρεί το βιβλίο, αυτές οι πρώτες κρίσεις κλονίζονται. Η διαύγεια μπορεί να κρύβει φόβο, η αφέλεια να συνυπάρχει με γενναιοδωρία και ένας απατεώνας να κάνει τελικά μια πράξη που δεν θα έκανε κάποιος πιο αξιοσέβαστος.

Οι Θεατρίνοι μάς αφήνουν, έτσι, με ένα ερώτημα αυστηρότερο από το «ποιος έλεγε την αλήθεια;». Μας ζητούν να σκεφτούμε τι κάνει ο καθένας όταν η ζωή παύει να του επιτρέπει να παίζει με ασφάλεια τον συνηθισμένο του ρόλο. Στην Αϊτή του Γκριν, η απάντηση μπορεί να κοστίσει τα πάντα.

Τεκμηριωτικές αναφορές

  1. Greene, Graham. The Comedians. Λονδίνο: The Bodley Head, 1966.
    Το ίδιο το μυθιστόρημα αποτελεί την πρωτογενή πηγή για την πλοκή, τους χαρακτήρες, την αφήγηση του Μπράουν και τη σχέση ανάμεσα στην προσωπική προσποίηση και την πολιτική βία. Η αφιερωματική επιστολή του συγγραφέα διακρίνει τους επινοημένους χαρακτήρες από την πραγματικότητα της δικτατορίας στην Αϊτή. Βιβλιογραφικά στοιχεία της έκδοσης.

  2. Bedford, Sybille. «Tragic Comedians». The New York Review of Books, 3 Μαρτίου 1966.
    Σύγχρονη με την πρώτη έκδοση κριτική, ιδιαίτερα χρήσιμη για την αντιπαραβολή Μπράουν, Σμιθ και Τζόουνς, τη συνύπαρξη κωμικού και τραγικού και το δίλημμα ανάμεσα στη δέσμευση και την αδιαφορία. Η Μπέντφορντ αναγνωρίζει τη δύναμη του έργου, αλλά εξετάζει κριτικά και τις ηθικές επιλογές που προτείνει. Το κείμενο της κριτικής.

  3. D’Cruz, Doreen. «Comedy and Moral Stasis in Greene’s The Comedians». Renascence, τόμ. 40, αρ. 1, 1987, σ. 53–63.
    Ειδική επιστημονική μελέτη για το μυθιστόρημα. Εξετάζει τη σχέση της κωμικότητας με τη συναισθηματική αποστασιοποίηση και την ηθική ακινησία· προσφέρεται ιδιαίτερα για την ενότητα σχετικά με την ειρωνεία και τη δυσκολία του Μπράουν να δεσμευτεί. Βιβλιογραφική καταχώριση.

  4. Diederich, Bernard. Seeds of Fiction: Graham Greene’s Adventures in Haiti and Central America, 1954–1983. Λονδίνο: Peter Owen, 2012.
    Μαρτυρία του δημοσιογράφου που γνώρισε τον Γκριν και ταξίδεψε μαζί του στην περιοχή. Είναι χρήσιμη για τις πραγματικές εμπειρίες που τροφοδότησαν τους Θεατρίνους, τις επαφές του συγγραφέα με την Αϊτή και το πολιτικό περιβάλλον της δημιουργίας του έργου. Παρουσίαση στο World Literature Today.