Η κατάρρευση του πολιτισμού και η δύσκολη ευθύνη να βλέπεις τον άλλον
Γράφει ο Νίκος Χ. Λαγκαδινός
Ένας άνθρωπος περιμένει στο αυτοκίνητό του να αλλάξει το φανάρι. Όταν ανάβει το πράσινο, δεν ξεκινά. Έχει χάσει ξαφνικά την όρασή του. Δεν βλέπει σκοτάδι, αλλά μια αδιαπέραστη λευκότητα. Κάποιος προσφέρεται να τον βοηθήσει· λίγο αργότερα, η φαινομενικά ανιδιοτελής χειρονομία αποδεικνύεται ευκαιρία για κλοπή. Από αυτή τη μικρή σκηνή καθημερινότητας αρχίζει μια καταστροφή που θα αποδιοργανώσει ολόκληρη την κοινωνία.
Το Περί τυφλότητος –όπως είναι ο τίτλος της ελληνικής έκδοσης– κυκλοφόρησε στα πορτογαλικά το 1995 με τον τίτλο Ensaio sobre a Cegueira, που αποδίδεται κυριολεκτικά ως «Δοκίμιο περί τυφλότητας». Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση της Αθηνάς Ψυλλιά. Πρόκειται για μυθιστόρημα, παρά τη λέξη «δοκίμιο» στον πρωτότυπο τίτλο: ένα αφηγηματικό πείραμα που εξετάζει τι απομένει από τον άνθρωπο όταν καταρρέουν οι θεσμοί, οι συνήθειες και οι βεβαιότητες που οργανώνουν την ύπαρξή του.
Από την ανεξήγητη επιδημία στον κοινωνικό αποκλεισμό
Η αιφνίδια τύφλωση εξαπλώνεται με ανεξήγητο τρόπο. Ο οφθαλμίατρος που εξετάζει τον πρώτο ασθενή δεν εντοπίζει οργανική βλάβη ικανή να εξηγήσει την κατάστασή του. Σύντομα τυφλώνεται και ο ίδιος. Τα περιστατικά πολλαπλασιάζονται, χωρίς η επιστήμη να μπορεί να προσδιορίσει την αιτία ή να προτείνει θεραπεία.
Οι αρχές αντιδρούν εγκλείοντας τους πρώτους τυφλούς, καθώς και ανθρώπους που θεωρούνται ύποπτοι μόλυνσης, σε ένα εγκαταλειμμένο ψυχιατρικό ίδρυμα. Η απομόνωση συνοδεύεται από στρατιωτική επιτήρηση, απειλές και αυστηρές εντολές. Οι έγκλειστοι πρέπει να οργανώσουν μόνοι τους τη διαβίωσή τους, ενώ οι συνθήκες υγιεινής και η διανομή τροφής επιδεινώνονται.
Μαζί με τον γιατρό εισέρχεται στο ίδρυμα η γυναίκα του, η οποία προσποιείται ότι έχει επίσης τυφλωθεί. Είναι η μόνη από τα πρόσωπα της αφήγησης που διατηρεί την όρασή της. Γύρω της συγκροτείται σταδιακά μια μικρή ομάδα: ο πρώτος τυφλός και η γυναίκα του, η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά, ο ηλικιωμένος με το μαύρο κάλυμμα στο μάτι και το αγόρι με τον στραβισμό.
Ο εγκλεισμός αποτελεί το πρώτο μεγάλο πεδίο δοκιμασίας. Όταν αργότερα οι επιζώντες βγαίνουν από το ίδρυμα, διαπιστώνουν ότι η αποσύνθεση έχει επεκταθεί στην πόλη. Η μικρή κοινωνία της καραντίνας έχει προαναγγείλει την κατάσταση του εξωτερικού κόσμου.
Ο ίδιος ο Σαραμάγκου εξήγησε ότι ο χώρος του εγκλεισμού τού επέτρεψε να μετατρέψει τη γενική καταστροφή σε έναν περιορισμένο μικρόκοσμο, όπου θα μπορούσε να εξετάσει τις συνέπειές της. Πρόκειται, επομένως, για συνειδητή αφηγηματική επιλογή: η κρίση γίνεται κατανοητή μέσα από συγκεκριμένες ανθρώπινες σχέσεις.
Η λευκή τύφλωση και η αποτυχία της κατανόησης
Η επιλογή της λευκότητας είναι από τα πιο ισχυρά ευρήματα του βιβλίου. Παραδοσιακά, το φως συνδέεται με τη γνώση, ενώ το σκοτάδι με την άγνοια. Εδώ η αντίθεση ανατρέπεται. Οι άνθρωποι χάνονται μέσα σε μια εκτυφλωτική λευκότητα που καταργεί τα περιγράμματα και τις διαφορές.
Αυτό το εύρημα επιτρέπει μια ευρύτερη ανάγνωση: η παρουσία του φωτός δεν εξασφαλίζει την κατανόηση, όπως η κατοχή πληροφοριών δεν εξασφαλίζει την κρίση. Μπορούμε να έχουμε τον κόσμο μπροστά στα μάτια μας και να αδυνατούμε να αναγνωρίσουμε τι συμβαίνει στους άλλους.
Η αλληγορική τύφλωση του Σαραμάγκου αφορά αυτή την αποτυχία αναγνώρισης. Αφορά την αδιαφορία απέναντι στην ταπείνωση, την εξοικείωση με την αδικία, την ευκολία με την οποία ο άλλος μετατρέπεται σε εμπόδιο ή αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Αυτή η ερμηνεία υποστηρίζεται και από τη διάλεξη του συγγραφέα για το Νόμπελ το 1998. Αναφερόμενος στο μυθιστόρημα, συνέδεσε την τύφλωση με την προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και με την απώλεια του σεβασμού προς τον συνάνθρωπο.
Χρειάζεται, ωστόσο, να διατηρείται η διάκριση ανάμεσα στην αλληγορία και στην πραγματική αναπηρία. Το έργο εξετάζει μια φανταστική, αιφνίδια καθολική απώλεια της όρασης μέσα σε συνθήκες εγκατάλειψης. Η ηθική αποτυχία που δραματοποιεί αφορά τις πράξεις και τις σχέσεις των ανθρώπων· δεν αποτελεί ιδιότητα της τύφλωσης.
Άνθρωποι χωρίς ονόματα
Κανένα από τα κεντρικά πρόσωπα δεν έχει κύριο όνομα. Οι χαρακτήρες προσδιορίζονται από το επάγγελμα, τη σχέση τους με κάποιον άλλον ή ένα εξωτερικό γνώρισμα: ο γιατρός, η γυναίκα του γιατρού, ο πρώτος τυφλός, η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά.
Η ανωνυμία διευρύνει την εμβέλεια της ιστορίας. Η καταστροφή δεν περιορίζεται σε μια συγκεκριμένη εθνική κοινωνία ή σε μια αναγνωρίσιμη πόλη. Ο αναγνώστης δυσκολεύεται να τοποθετήσει τα γεγονότα σε ασφαλή απόσταση.
Παράλληλα, η απουσία ονομάτων δεν καταργεί την ατομικότητα. Καθώς εξελίσσεται το μυθιστόρημα, κάθε πρόσωπο αποκτά ιδιαίτερη παρουσία μέσα από τις πράξεις, τους φόβους, τις αδυναμίες και τις σχέσεις του. Ο Σαραμάγκου θέτει έτσι ένα ουσιαστικό ερώτημα: πόσο γνωρίζουμε έναν άνθρωπο όταν γνωρίζουμε απλώς το όνομά του, το επάγγελμα ή την κοινωνική του θέση;
Η επιδημία ακυρώνει μεγάλο μέρος των προηγούμενων διακρίσεων. Η επαγγελματική γνώση του γιατρού δεν αρκεί για να τον προστατεύσει. Οι κοινωνικές ετικέτες που θα μπορούσαν να συνοδεύουν την κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά αποδεικνύονται ανεπαρκείς για να περιγράψουν τη φροντίδα που προσφέρει. Η ανθρώπινη αξία κρίνεται εκ νέου μέσα στη δοκιμασία.
Η εξουσία ως μηχανισμός εγκατάλειψης
Μία από τις οξύτερες πλευρές του μυθιστορήματος είναι η παρουσίαση της κρατικής αντίδρασης. Οι αρχές εξακολουθούν να εκδίδουν εντολές, όμως η ουσιαστική προστασία των ανθρώπων έχει παραχωρήσει τη θέση της στον αποκλεισμό τους.
Οι έγκλειστοι αντιμετωπίζονται πρωτίστως ως απειλή. Η διοικητική γλώσσα οργανώνει υποχρεώσεις και απαγορεύσεις, ενώ αποσιωπά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης. Το κράτος διατηρεί τη δυνατότητα να τιμωρεί, αλλά αποσύρεται από την ευθύνη να φροντίζει.
Η πολιτική κριτική του έργου βρίσκεται ακριβώς εδώ. Όταν ο φόβος γίνεται αποκλειστικό κριτήριο διακυβέρνησης, ο πολίτης μπορεί να πάψει να θεωρείται φορέας δικαιωμάτων. Μετατρέπεται σε πρόβλημα που πρέπει να απομακρυνθεί.
Δεν χρειάζεται να ταυτίσουμε την ιστορία με ένα συγκεκριμένο καθεστώς για να αναγνωρίσουμε τη σημασία της. Η αλληγορία εξετάζει έναν γενικότερο πειρασμό της εξουσίας: να παρουσιάζει την εγκατάλειψη των ευάλωτων ως αναγκαία προστασία του συνόλου.
Η τροφή, η βία και η παραγωγή της υποταγής
Μέσα στο ίδρυμα συγκροτείται μια ομάδα που ελέγχει τη διανομή των τροφίμων. Η κατοχή όπλου και η δυνατότητα επιβολής της βίας επιτρέπουν στους κυρίαρχους να απαιτούν αρχικά χρήματα και τιμαλφή. Αργότερα απαιτούν την παράδοση γυναικών, τις οποίες κακοποιούν σεξουαλικά.
Οι σκηνές αυτές είναι από τις πιο οδυνηρές του βιβλίου. Η σημασία τους υπερβαίνει την απεικόνιση της ωμότητας. Ο Σαραμάγκου δείχνει πώς μια βασική ανάγκη μπορεί να γίνει εργαλείο εξουσίας. Όποιος ελέγχει την πρόσβαση στην τροφή αποκτά τη δυνατότητα να επιβάλει όρους στους πεινασμένους.
Η υποταγή δεν προκύπτει από ελεύθερη συμφωνία. Παράγεται από τη στέρηση, τον φόβο και την απουσία προστασίας. Το μυθιστόρημα αναγκάζει επομένως τον αναγνώστη να εξετάσει πόσο ελεύθερη είναι μια επιλογή όταν γίνεται υπό την απειλή της πείνας.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι η βία δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη κακία. Έχει οργάνωση, μέσα και υλικά συμφέροντα. Η καταστροφή δεν διαλύει κάθε κοινωνική σχέση· επιτρέπει επίσης τη δημιουργία νέων σχέσεων κυριαρχίας.
Η γυναίκα του γιατρού: η όραση ως ευθύνη
Η γυναίκα του γιατρού αποτελεί τον ηθικό και συναισθηματικό άξονα του έργου. Το ότι βλέπει της δίνει ένα τεράστιο πρακτικό πλεονέκτημα. Θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για να επιβληθεί στους άλλους ή για να εξασφαλίσει αποκλειστικά τη δική της επιβίωση. Επιλέγει, αντίθετα, να παραμείνει κοντά τους.
Η επιλογή της δεν την μετατρέπει σε άτρωτη ηρωίδα. Φοβάται, εξαντλείται και υποφέρει από όσα είναι υποχρεωμένη να αντικρίζει. Η όρασή της αποτελεί επίσης βάρος: βλέπει την ταπείνωση και την κακοποίηση που οι υπόλοιποι βιώνουν χωρίς να μπορούν να σχηματίσουν την ίδια οπτική εικόνα.
Η πράξη με την οποία σκοτώνει τον αρχηγό των κακοποιητών περιπλέκει ακόμη περισσότερο τη θέση της. Η φροντίδα δεν εμφανίζεται ως παθητική αγαθότητα. Η υπεράσπιση των άλλων φτάνει σε μια οριακή, βίαιη απόφαση, την οποία το έργο δεν μετατρέπει σε εύκολη ηθική συνταγή.
Η δύναμή της προκύπτει από τη διαρκή ανάληψη ευθύνης: βοηθά τους ανθρώπους να κινηθούν, να βρουν τροφή, να καθαριστούν και να διατηρήσουν κάποια μορφή κοινής ζωής. Μέσα από αυτήν, η δυνατότητα να βλέπει κανείς συνδέεται με την υποχρέωση να ανταποκρίνεται σε όσα βλέπει.
Στη συνέντευξή του το 1995, ο Σαραμάγκου συνέδεσε τη γυναίκα του γιατρού με την Μπλιμούντα του Χρονικού του μοναστηριού. Η σύγκριση αναδεικνύει τη σημασία που έχουν στο έργο του οι γυναικείες μορφές οι οποίες διαθέτουν μια ιδιαίτερη ικανότητα αντίληψης και αντιστέκονται στην κυριαρχία.
Το σώμα ως μέτρο της αξιοπρέπειας
Ο Σαραμάγκου επιμένει στην πείνα, στις ακαθαρσίες, στις οσμές, στην αρρώστια και στη σωματική έκθεση. Η ανάγνωση γίνεται συχνά δυσάρεστη, επειδή η αφήγηση δεν επιτρέπει να απομακρυνθούμε από τις υλικές συνθήκες της καταστροφής.
Αυτή η επιμονή έχει ουσιαστική λειτουργία. Η αξιοπρέπεια χρειάζεται συγκεκριμένες προϋποθέσεις: τροφή, νερό, καθαριότητα, ασφάλεια, ιδιωτικότητα. Όταν αυτές καταργούνται, οι διακηρύξεις περί ανθρωπισμού αποκαλύπτουν την ανεπάρκειά τους.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, οι πράξεις καθαρισμού και περιποίησης αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η φροντίδα του σώματος βοηθά τους χαρακτήρες να ξαναβρούν μια σχέση εμπιστοσύνης με τον εαυτό τους και με τους άλλους.
Ο πολιτισμός δοκιμάζεται, έτσι, και σε ένα στοιχειώδες επίπεδο: αν μια κοινωνία μπορεί να εξασφαλίσει στους ανθρώπους της τις συνθήκες για να ζουν χωρίς διαρκή ταπείνωση.
Η αλληλεγγύη και τα όρια της απαισιοδοξίας
Η ωμότητα του έργου μπορεί να δημιουργήσει την εντύπωση ότι ο Σαραμάγκου θεωρεί τη βαρβαρότητα την αληθινή φύση του ανθρώπου. Η ίδια η αφήγηση, όμως, αντιστέκεται σε μια τόσο απόλυτη ερμηνεία.
Στο εσωτερικό της καταστροφής αναπτύσσονται δεσμοί φροντίδας. Η μικρή ομάδα μοιράζεται την τροφή, αναζητεί καταφύγιο και διατηρεί τη συνοχή της. Η κοπέλα με τα σκούρα γυαλιά φροντίζει το αγόρι. Η γυναίκα του γιατρού στηρίζει τους συντρόφους της, αλλά χρειάζεται και η ίδια τη συναισθηματική τους παρουσία.
Ακόμη και ο σκύλος που πλησιάζει τη γυναίκα του γιατρού και γλείφει τα δάκρυά της αποκτά θέση σε αυτό το δίκτυο συντροφικότητας. Μέσα σε έναν κόσμο αποσύνθεσης, μια απλή χειρονομία επαφής αποκτά ιδιαίτερη δύναμη.
Η αλληλεγγύη δεν καταργεί την καταστροφή. Δημιουργεί, όμως, έναν χώρο μέσα στον οποίο η ζωή μπορεί να συνεχιστεί με κάποια αξιοπρέπεια. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως ικανός τόσο για εκμετάλλευση όσο και για φροντίδα. Η κρίση κάνει τις συνέπειες αυτών των επιλογών πιο ορατές.
Η γραφή που παρασύρει και ανησυχεί
Η μορφή του βιβλίου είναι αναπόσπαστη από τη σημασία του. Οι μεγάλες προτάσεις, η ιδιαίτερη χρήση του κόμματος και η ενσωμάτωση των διαλόγων στη ροή της αφήγησης συγκροτούν το χαρακτηριστικό ύφος του Σαραμάγκου. Οι αλλαγές ομιλητή συχνά δηλώνονται με κεφαλαίο γράμμα, χωρίς τη συνηθισμένη τυπογραφική οργάνωση του διαλόγου.
Στην αρχή ο αναγνώστης χρειάζεται να προσαρμοστεί. Σταδιακά, όμως, αναγνωρίζει έναν ρυθμό που πλησιάζει τον προφορικό λόγο: οι φωνές διαδέχονται η μία την άλλη, οι σκέψεις παρεμβάλλονται στα γεγονότα και ο αφηγητής σχολιάζει όσα περιγράφει.
Η αφήγηση συνδυάζει ειρωνεία, στοχασμό και σκληρή παρατήρηση. Παροιμίες και κοινότοπες εκφράσεις εμφανίζονται για να δοκιμαστούν απέναντι στην πραγματικότητα. Όσα ακούγονται αυτονόητα σε συνθήκες ασφάλειας αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκή μέσα στην κρίση.
Ο αναγνώστης δεν παρακολουθεί απλώς μια ακολουθία επεισοδίων. Καλείται να επανεξετάσει τις κρίσεις του για κάθε πρόσωπο και για κάθε πράξη. Η δυσκολία της γραφής υπηρετεί αυτή τη διαρκή εγρήγορση.
Η θέση του έργου και η σχέση του με την «Πανούκλα»
Το Περί τυφλότητος κατέχει κεντρική θέση στην ώριμη δημιουργία του Σαραμάγκου. Η Σουηδική Ακαδημία, στην ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1998, αναφέρθηκε ειδικά στο μυθιστόρημα και στη δύναμη της φαντασίας και της παρατηρητικότητάς του. Η γενικότερη αιτιολόγηση της βράβευσης υπογράμμισε τη σύζευξη παραβολής, συμπόνιας και ειρωνείας στο έργο του.
Η σύγκριση με την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ είναι εύλογη ως αναγνωστική προσέγγιση. Και στα δύο μυθιστορήματα μια συλλογική συμφορά θέτει σε δοκιμασία την ευθύνη και την αλληλεγγύη. Η σύγκριση αυτή, ωστόσο, δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως αποδεδειγμένη σχέση επιρροής: όταν ρωτήθηκε σχετικά, ο Σαραμάγκου απέρριψε τον συγκεκριμένο παραλληλισμό και τόνισε τον αλληγορικό, ηθικό χαρακτήρα του δικού του βιβλίου.
Μια ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στη μορφή της απειλής. Στον Σαραμάγκου η επιδημία καταστρέφει την ίδια τη δυνατότητα προσανατολισμού στον κοινό κόσμο. Η κρίση αφορά ταυτόχρονα την επιβίωση, την εξουσία και την αναγνώριση του άλλου.
Το μεταγενέστερο Περί φωτίσεως επανέρχεται στην πολιτική προβληματική από διαφορετική αφετηρία: τη μαζική επιλογή της λευκής ψήφου και την αντίδραση του κρατικού μηχανισμού. Τα δύο έργα προσφέρονται για κοινή ανάγνωση γύρω από τη σχέση κοινωνίας, ευθύνης και εξουσίας.
Το τέλος: επιστρέφει η όραση, αλλά τι έχει αλλάξει;
Προς το τέλος, η όραση αρχίζει να επανέρχεται, χωρίς να έχει εξηγηθεί ούτε η εμφάνιση ούτε η υποχώρηση της επιδημίας. Ο Σαραμάγκου αποφεύγει μια ιατρική λύση του μυστηρίου, καθώς το κύριο ερώτημα παραμένει ηθικό.
Η αποκατάσταση της όρασης δεν αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι έχουν κατανοήσει όσα συνέβησαν. Μπορούν να επιστρέψουν στις προηγούμενες συνήθειες, στις ίδιες σχέσεις εξουσίας και στην ίδια αδιαφορία.
Στην τελευταία σκηνή, η γυναίκα του γιατρού κοιτάζει τον ουρανό και τον βλέπει λευκό. Για μια στιγμή φοβάται ότι ήρθε η δική της ώρα να τυφλωθεί. Κατεβάζει το βλέμμα και βλέπει την πόλη. Η κατάληξη αφήνει περιθώριο ελπίδας, χωρίς να προσφέρει εγγύηση αλλαγής.
Ο συγγραφέας, μιλώντας για αυτή τη σκηνή, διευκρίνισε ότι θέλησε να διατηρήσει ένα άνοιγμα προς την ελπίδα. Η επιβίωση μπορεί να γίνει αφετηρία μιας διαφορετικής σχέσης με τον κόσμο· παραμένει όμως δυνατότητα που απαιτεί ανθρώπινη ανταπόκριση.
Το βαθύτερο ερώτημα του μυθιστορήματος παραμένει συνεπώς ανοιχτό: όταν ξαναβλέπουμε, μπορούμε να αναγνωρίσουμε εκείνους που προηγουμένως αγνοούσαμε;
Η κινηματογραφική μεταφορά
Το έργο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2008 με τον τίτλο Blindness, σε σκηνοθεσία Φερνάντο Μερέγιες και σενάριο Ντον ΜακΚέλαρ. Η Τζούλιαν Μουρ υποδύθηκε τη γυναίκα του γιατρού και ο Μαρκ Ράφαλο τον γιατρό. Η ταινία άνοιξε το Φεστιβάλ των Καννών εκείνης της χρονιάς και συμμετείχε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα.
Η μεταφορά ανέδειξε την οπτική δύναμη της λευκότητας και τη σωματική διάσταση της καταστροφής. Το μυθιστόρημα, ωστόσο, προσφέρει επιπλέον την ιδιαίτερη φωνή του αφηγητή: την ειρωνεία, τις παρεκβάσεις και τις συνεχείς μετακινήσεις ανάμεσα στο γεγονός και στον στοχασμό.
Το Περί τυφλότητος διατηρεί τη δύναμή του επειδή συνδέει το ακραίο αφηγηματικό του εύρημα με μια αναγνωρίσιμη καθημερινή αποτυχία: την αδυναμία να αντιμετωπίσουμε τον άλλον ως άνθρωπο με ανάγκες, φόβους και δικαιώματα. Η γυναίκα του γιατρού δίνει σε αυτή την αποτυχία μια έμπρακτη απάντηση. Βλέπει, υποφέρει και εξακολουθεί να φροντίζει. Μέσα από την επιμονή της, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια αποκτά συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Τεκμηριωτικές αναφορές
Οι παρακάτω πηγές τεκμηριώνουν τα εκδοτικά στοιχεία, τις δηλώσεις του συγγραφέα και την κινηματογραφική μεταφορά. Οι επιμέρους ερμηνείες της παρουσίασης αποτελούν κριτική ανάγνωση του μυθιστορήματος.
José Saramago, Ensaio sobre a Cegueira (1995). Πρωτογενές έργο. Ελληνική έκδοση: Περί τυφλότητος, μετάφραση Αθηνά Ψυλλιά, εκδόσεις Καστανιώτη. Η καταχώριση του BookPoint τεκμηριώνει έκδοση του Δεκεμβρίου 2013, με ISBN 978-960-03-5671-7. Βιβλιογραφική καταχώριση.
Fundação José Saramago, «Ensaio sobre a Cegueira». Επίσημη παρουσίαση και χρονολόγηση του έργου. Σελίδα του Ιδρύματος.
Clara Ferreira Alves – José Saramago, συνέντευξη στο Expresso, Οκτώβριος 1995. Αναδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Blimunda του Ιδρύματος Σαραμάγκου, στις 5 Νοεμβρίου 2025, με τίτλο «30 anos de cegueira branca». Πολύτιμη πρωτογενής μαρτυρία για τον εγκλεισμό, την ηθική διάσταση, τη γυναίκα του γιατρού και την κατάληξη. Πλήρης συνέντευξη.
José Saramago, διάλεξη για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, 1998. Περιλαμβάνει την αναφορά του συγγραφέα στη σύνδεση του έργου με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Nobel Lecture.
Σουηδική Ακαδημία, ανακοίνωση του Νόμπελ Λογοτεχνίας, 8 Οκτωβρίου 1998. Ειδική αναφορά στο μυθιστόρημα και αποτίμηση της συνολικής δημιουργίας του συγγραφέα.
Festival de Cannes, Blindness (2008). Επίσημη καταχώριση με συντελεστές και στοιχεία συμμετοχής.

No comments:
Post a Comment