Sunday, May 3, 2009

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: «Η απαισιοδοξία προκαλεί τη βία»

  • «Ο Ελληνας Στίβεν Κινγκ» ήταν ο χαρακτηρισμός που ακολουθούσε τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο για ένα διάστημα. Αφού εξερεύνησε τις γκρίζες ζώνες της ελληνικής κοινωνίας, τώρα προχωράει ακόμα πιο πέρα με το νέο του βιβλίο «Απέραντα άδειο σπίτι» (εκδόσεις «Κέδρος»), που από αύριο θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία. Πρόκειται για επτά νουβέλες στο ύφος της μαύρης κωμωδίας, γεμάτες ειρωνεία και ανατροπές.

  • Οι ήρωές του είναι συνηθισμένοι άνθρωποι που βυθίζονται σε αλλόκοτες καταστάσεις, είτε ακραίοι τύποι που αγωνίζονται να γίνουν κανονικοί: Μια κοπέλα εγκλωβίζεται σε ένα ασανσέρ αλλά και στους κόλπους της «αγίας ελληνικής οικογένειας». Ενας πρώην αντάρτης πόλεων επιχειρεί να κάνει μια καινούρια αρχή. Στο «Ι love Greece» ένας 40άρης με επιτυχημένη καριέρα στα media αρχίζει να συνειδητοποιεί πως είναι ομοφυλόφιλος και τρελαίνεται.
  • Ο έρωτας ακόμα και στις πιο ακραίες μορφές, όπως η παιδοφιλία και η αιμομειξία, αλλά και ο μεταλλαγμένος στα χρόνια του Μεγάλου Αδελφού, είναι παρών. Στην ψηφιακή μας εποχή γίνεται και ιντερνετικός, με τη νεαρή γυναίκα της τελευταίας ιστορίας να απολαμβάνει το διαδικτυακό σεξ με άγνωστους άντρες οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι οι γείτονές της που απεχθάνεται. Συνδετικός κρίκος των ιστοριών είναι η Λίμνη Αχαΐας, το επινοημένο παραθαλάσσιο θέρετρο που έχουμε συναντήσει σε παλαιότερα βιβλία του Β. Ραπτόπουλου, αλλά και το διεθνές αεροδρόμιο της Αθήνας.
Ο βασιλιάς και τα «τέρατα»

-Τελικά, τι σημαίνει ο τίτλος «Απέραντα άδειο σπίτι»;

  • «Είναι το απέραντα άδειο σπίτι του ατομισμού, όπου μας ωθεί η ελεύθερη αγορά. Στις σύγχρονες κοινωνίες δύο ρόλοι επιτρέπονται ουσιαστικά: Από τη μία ο βασιλιάς μέσος άνθρωπος, και από την άλλη τα "τέρατα": τρομοκράτες, παιδεραστές κ.λπ. Στο βιβλίο εξερευνώ την πιθανότητα ο ένας ρόλος να πηγάζει από τον άλλο».

-Γιατί επιλέξατε ως συνδετικό κρίκο των ιστοριών σας τη Λίμνη Αχαΐας;

  • «Μέχρι προ τινος, χωριά σαν τη Λίμνη Αχαΐας υποτίθεται ότι αποτελούσαν την αποθέωση του κοινοτικής ζωής -οι άνθρωποι είχαν πιο ουσιαστική επαφή, και δεν ήταν τόσο αποξενωμένοι. Εάν ένα τέτοιο μέρος γέμισε πια με τέρατα, αυτό σημαίνει ότι η παγκοσμιοποίηση έχει αλλοτριώσει τα πάντα. Και αποδεικνύεται ότι όσα συμβαίνουν στις μητροπόλεις του πλανήτη θα μπορούσαν κάλλιστα να συμβαίνουν και σε μια μικρή γωνιά της Ελλάδας. Η Λίμνη Αχαΐας εκφράζει όσα ζήσαμε την τελευταία εικοσαετία, από την πτώση του Τείχους και μετά, οπότε άρχισε να κυριαρχεί μια ασύδοτη ελεύθερη αγορά που γέννησε τη σημερινή κρίση, όχι μόνο την οικονομική».

-Βλέπετε διέξοδο από αυτή την κρίση;

  • «Μα σ' εμάς δεν έχει έρθει ακόμα! Απλώς τα γεγονότα του Δεκεμβρίου μάς προϊδεάζουν. Μέχρι τη δική μου γενιά υπήρχε μια αίσθηση συλλογικότητας, κυρίως μέσω της αριστεράς. Οι μικρότεροι, όμως, από τους 30άρηδες ώς τη γενιά του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, μεγάλωσαν σε ένα κλίμα όπου μόνο το κέρδος μετράει. Οι σημερινοί νέοι βίωσαν μόνο τον ατομισμό, και βλέπουν έναν κλειστό ορίζοντα επαγγελματικά και κοινωνικά, που τους φέρνει τυφλό θυμό. Φαίνεται ότι από δω και μπρος θα δημιουργηθούν δύο παράλληλες τάσεις: Ενα κομμάτι της κοινωνίας θα συντηρικοποιηθεί πιο πολύ, θα ζητάει περισσότερη καταστολή και αστυνομία. Κι ένα άλλο κομμάτι θα ευαισθητοποιηθεί και ίσως ανακαλύψει μια νέα συλλογικότητα. Σ' αυτό το δεύτερο κομμάτι, μαζί με τα καλά, υπάρχει και μηδενισμός και βία. Το ψάρι έχει και κόκαλα!»

-Στο βιβλίο σας βλέπετε αρκετά ρομαντικά το χαρακτήρα του τρομοκράτη. Η βία είναι δικαιολογημένη όταν έχει στόχο να διορθώσει την κοινωνική αδικία;

  • «Ο δικός μου τρομοκράτης καταλήγει εναντίον της βίας, είναι το αντίθετο του Κουφοντίνα. Η λογοτεχνία είναι η επινόηση της πραγματικότητας, η διόρθωσή της μέσω της φαντασίας. Ο ήρωάς μου εγκαταλείπει το αντάρτικο πόλεων αλλά παραμένει αριστερός και θεωρεί ως μίνιμουμ το αίσθημα δικαίου. Πώς να μην αγανακτήσει κανείς όταν σακατεύουν μια φτωχή καθαρίστρια σαν την Κούνεβα με βιτριόλι, ανάμεσα στα σκάνδαλα για τη Ζίμενς και το Βατοπέδι; Εξεγείρεσαι, έστω από μέσα σου. Ή ίσως δείχνεις ανοχή σε όσους τα σπάνε. Η βία πύκνωσε τελευταία την παρουσία της, επειδή το κλίμα αβεβαιότητας και απαισιοδοξίας την προκαλεί. Δεν θα την εμποδίσει η αύξηση της καταστολής αλλά η ανάπτυξη μιας ιδεολογίας που θα λειτουργήσει ως αντίβαρο. Αλλάζοντας μυαλά, ο τρομοκράτης του βιβλίου μου πιστεύει ότι το αίσθημα δικαίου σού απαγορεύει να αφαιρείς μια ανθρώπινη ζωή».

-Σε μια άλλη πάλι ιστορία θίγετε ένα θέμα-ταμπού. Σκεφτήκατε ότι μπορεί να σοκαριστεί το κοινό διαβάζοντας για έναν συνταξιούχο που ασελγεί σε ανήλικα κοριτσάκια, στις αίθουσες των κινηματογράφων;

  • «Κι εγώ κοινό είμαι, με σοκάρουν όσα και τον μέσο αναγνώστη. Οχι μόνο επειδή έχω κι εγώ παιδί. Θυμάμαι τα δικά μου παιδικά χρόνια, που μας έλεγαν: Προσέξτε στο σινεμά ποιος κάθεται δίπλα σας. Γράφοντας προσεγγίζεις και εξημερώνεις τους φόβους σου. Αλλά δεν γράφω για αυτο-ψυχοθεραπεία, θέλω να εξερευνήσω ένα είδος σύγχρονου Κένταυρου, μισός άνθρωπος-μισός ζώο. Κι έτσι ο ήρωάς μου δεν είναι ακριβώς παιδεραστής αλλά ένας συνταξιούχος που πλήττει υπαρξιακά. Ο Ντοστογέφσκι είχε στους "Δαιμονισμένους" ένα κεφάλαιο όπου ο Σταβρόγκιν εξομολογείται πώς ασέλγησε σε ένα κοριτσάκι, και λογοκρίθηκε ως σκανδαλιστικό για τη ρωσική οικογένεια. Στην παρακμιακή μας εποχή επιτρέπεται μεν να γράψεις για ένα τέτοιο θέμα, αλλά η χειρονομία σου χάνει τη σημασία της με την απάθεια και την ιδιώτευση που κυριαρχούν».

-Γιατί ο χώρος του βιβλίου δυσκολεύεται να ξεπεράσει την παρατεταμένη κρίση που αντιμετωπίζει;

  • «Ζούμε στο απόγειο της εμπορευματοποίησης του βιβλίου. Το μπεστ-σέλερ δεν είναι από μόνο του κακό, κακή είναι η αποθέωσή του, πίσω από την οποία συχνά κρύβεται το ωμό οικονομικό συμφέρον. Από την άλλη, οι νέοι συγγραφείς μας μπορεί να προβάλλονται από τα media, αλλά τα βιβλία τους κατά κανόνα έχουν περιορισμένη εμβέλεια. Ο κοινωνικός αναβρασμός που προκαλεί η κρίση ίσως αναδείξει νέα συλλογικά θέματα, που θα επιτρέψουν και στη λογοτεχνία να αποκτήσει ξανά το κοινό της. Αναλόγως και στο τραγούδι, το λαϊκοπόπ της Βίσση και της Βανδή παραπαίει σήμερα, όπως και το λάιφ στάιλ μοντέλο ζωής που το καθιέρωσε. Το έντεχνο ψάχνεται, αλλά από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου ώς τον Μάλαμα δεν μπορεί ακόμα να πλατύνει την επιρροή του. Οσο για το χιπ χοπ ή την ηλεκτρονική σκηνή, όσους φανατικούς κι αν αποκτήσουν οι Ακτιβ Μέμπερ ή ο Κωνσταντίνος Βήτα, δύσκολα θα γίνουν αληθινά λαϊκοί. Στο βιβλίο, πάλι, η αναγνώστρια του αισθηματικού μπεστ σέλερ κι ο αναγνώστης του ιστορικού μυθιστορήματος ίσως εγκαταλείψουν το διάβασμα, εάν λόγω κρίσης αλλάξει η καθημερινότητά τους. Ο αναγνώστης της καθαρόαιμης λογοτεχνίας, όμως, δεν αντέχει χωρίς να διαβάζει».

Φωνητικά στους «Φατμέ»

-Φέρνετε παραδείγματα από το χώρο του τραγουδιού αντί του βιβλίου...

  • «Μικρός ήθελα να γίνω μουσικός, σχεδόν πιο πολύ απ' ό,τι συγγραφέας. Και πιστεύω ότι γράφω πάντα μουσικά, όχι μόνο ως προς το ρυθμό της φράσης μου, αλλά ακόμα και ως προς τα θέματα ή τις προσεγγίσεις τους... Εχω παίξει κιθάρα με τον Πορτοκάλογλου, πριν τους Φατμέ, έχω κάνει φωνητικά στο δίσκο τους "Βγαίνουμε από το τούνελ", όπως και στον πρώτο προσωπικό δίσκο του Νίκου. Το περίεργο είναι ότι δεν έχω γράψει για το χώρο της μουσικής παρά ελάχιστα -στο "Μαύρο γάμο" ο πρωταγωνιστής μου είναι αρχηγός ενός ροκ γκρουπ- παρότι έζησα από μέσα τα συγκροτήματα, σε πρόβες και σε ηχογραφήσεις. Ισως γράψω κάποτε για όλ' αυτά».

-Τριάντα χρόνια μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια. Γράφετε με ευκολία;

  • «Φαίνεται ότι γράφω πολλά, όμως στην πραγματικότητα δεν είμαι τόσο παραγωγικός. Δημοσιεύω από 20 χρόνων, και τα περισσότερα από τα 21 βιβλία μου είναι σχετικά μικρά -η "Λούλα" και "Η επινόηση της πραγματικότητας" είναι τα πιο πολυσέλιδα. Εξακολουθώ να έχω αρκετά ημιτελή στα συρτάρια μου γιατί κάπου μπλόκαρα, και πολύ περισσότερα στο κεφάλι μου. Η αλήθεια είναι ότι δεν γράφω εύκολα, βασανίζομαι. Παίρνεις ερεθίσματα απ' όσα συμβαίνουν γύρω σου, τα επεξεργάζεσαι συνειδητά και υποσυνείδητα, και τα επιστρέφεις ξανά στον κόσμο. Θα έλεγα ότι παίρνεις ένα επικαιρικό, εφήμερο υλικό και το μεταμορφώνεις σε κάτι άλλο με φιλοδοξίες διάρκειας μέσα στο χρόνο. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι κάθε δημιουργική διαδικασία, όχι μόνο τη μυθοπλασία». *

Saturday, May 2, 2009

Βασίλης Γκουρογιάννης: Στέκομαι στις ανοιχτές πληγές της Ελλάδας

  • Ο Βασίλης Γκουρογιάννης στο νέο του μυθιστόρημα διερευνά την οδυνηρή, αποσιωπημένη πτυχή των βετεράνων της Κύπρου το 1974

http://www.metaixmio.gr/new/persons/391.gif

Το 1917 οι νευρολόγοι το έλεγαν «σοκ του βομβαρδισμού» (Shell-Shock). Το 1945 μετονομάστηκε από τους ψυχιάτρους σε «κόπωση της μάχης» (Battle fatigue). Μετά το Βιετνάμ έλαβε τη σημερινή του ονομασία: Μετατραυματικό Σύνδρομο Αγχους (PTSD). Κοινώς, τα ψυχικά προβλήματα που συχνά συνοδεύουν τον άνθρωπο μετά μία ακραία εμπειρία, π.χ., κακοποίηση ή πόλεμο. Στο τελευταίο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή», όλοι σχεδόν οι ήρωες πάσχουν από αυτό το σύνδρομο. Γιατί; Διότι είναι βετεράνοι των μαχών της Κύπρου, τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1974. Οπως διαβάζουμε στο βιβλίο: «Μυστήρια υπόθεση ο πόλεμος· αρχίζει πραγματικά όταν τελειώσουν οι μάχες», όταν οι βετεράνοι «ξεχνούν ό,τι θυμούνταν και θυμούνται ό,τι είχαν ξεχάσει». Είναι το πρώτο μυθιστόρημα που διερευνά αυτή την οδυνηρή, αποσιωπημένη πτυχή του Κυπριακού. Ο Ηπειρώτης πεζογράφος μιλά για το σύνδρομο μιας ολόκληρης κοινωνίας, που εμφανίζεται με το συλλογικό προσωπείο της άρνησης, της λήθης. Πρόκειται για το ένατο βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη, πιθανώς το πιο ώριμο, το πιο δυνατό πεζογραφικό του έργο. Υπενθυμίζω τα εξαιρετικά αφηγήματα «Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων» (Καστανιώτης, 1990) και το «αιρετικό» μυθιστόρημα «Το ασημόχορτο ανθίζει» (Καστανιώτης, 1992).

Τριάντα πέντε χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του ’74, ο Βασίλης Γκουρογιάννης μάς μιλά για το νέο του μυθιστόρημα και για το πώς ένας πόλεμος λίγων ημερών μπορεί να στοιχειώσει τις ζωές κάποιων ανθρώπων.

  • Γιατί τώρα ένα μυθιστόρημα με θέμα τις μάχες της Κύπρου το 1974;

– Είναι μια ιδέα που μ’ έτρωγε από παλιά, σαν ανοιχτή πληγή. Στην ουσία, την είχα από το 1974, αλλά δεν το είχα συνειδητοποιήσει. Ημουν κι εγώ στρατιώτης τότε, υπηρετούσα στη Θράκη. Οταν έγινε η τουρκική εισβολή, ως μονάδα μπήκαμε σε πολεμικό κλίμα, πήραμε το ρίγος του πολέμου. Ακούγαμε τι γίνεται στην Κύπρο από τα τρανζίστορ και για τα παιδιά της γενιάς μου το αδιανόητο είχε γίνει πραγματικότητα. Θα μπορούσα να είχα βρεθεί στη θέση των παιδιών που πολέμησαν, αν υπηρετούσα σε άλλη μονάδα. Βέβαια, το βιβλίο γράφτηκε πολύ γρήγορα, μέσα σε ενάμιση χρόνο. Ηταν κάτι σαν έκρηξη, δεν το είχα δρομολογήσει, και, φυσικά, πέρα από την προσωπική μου υπόθεση το Κυπριακό είναι μια τεράστια πληγή για την Ελλάδα…

  • Ναι, αλλά εσείς στέκεστε σε μια συγκεκριμένη πτυχή του θέματος με την οποία κανένας συγγραφέας έως τώρα δεν είχε ασχοληθεί…

– Στέκομαι στις ανοιχτές πληγές της ελληνικής ιστορίας. Οι νεκροί της Κύπρου είναι μία από αυτές, αλλά η Ελλάδα, ως κοινωνία απαίδευτη, απωθεί ό,τι δεν την κολακεύει. Παραμένει όμως μια πληγή την οποία κλείσαμε πρόχειρα, κι όταν το κάνεις αυτό κινδυνεύεις να πάθεις γάγγραινα.

  • Δηλαδή, οι Αμερικανοί, που γύρισαν ένα σωρό ταινίες για το Βιετνάμ κι έγραψαν άλλα τόσα βιβλία γι’ αυτό, ξόρκισαν το φάντασμα;

– Αν κρίνω από τη λογοτεχνία και το σινεμά τους, ναι, το έχουν δουλέψει. Μόνο που για τους Ελληνες, η Κύπρος έχει μιαν άλλη τραγικότητα: δεν πήγαμε σε μια ξένη, μακρινή χώρα να πολεμήσουμε, στους αδελφούς μας πήγαμε, νιώσαμε εμείς οι ίδιοι την απειλή, και στο τέλος οι μάχες που έδωσαν όλα εκείνα τα παιδιά αγνοήθηκαν απ’ όλους. Λένε όλοι ότι τότε δεν πολέμησε κανένας κι επιπλέον τους στρατευμένους που βρέθηκαν στην Κύπρο τους κατηγορούν συχνά ότι ήταν πιόνια των χουντικών. Κι όμως, είχαμε συνολικά 4.000 νεκρούς – συμπεριλαμβανομένων και των αγνοουμένων, διότι για μένα είναι νεκροί όλοι τους. Εχουμε πολλούς ανθρώπους με σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα, ανάπηρους. Ειδικά η ΕΛΔΥΚ και οι Κύπριοι καταδρομείς, υπό τις εντολές Ελλήνων αξιωματικών, πολέμησαν με σθένος κι έκαναν ζημιά στον τουρκικό στρατό. Οι Τούρκοι έκαναν επιθέσεις σε μπουλούκια, είχαν όμως γενναίους αξιωματικούς. Σκοτώθηκαν πολλοί Τούρκοι αξιωματικοί στην Κύπρο, διότι οδηγούσαν τις επιθέσεις ακάλυπτοι, καλώντας τους φαντάρους με σφυρίχτρα. Στη δική μας περίπτωση είχαμε πολλούς νεκρούς φαντάρους, διότι σε αυτούς περίσσευε η γενναιότητα. Στο βιβλίο αναφέρω, χωρίς να ονοματίζω, την περίπτωση ενός Ελληνα αξιωματικού που εγκατέλειψε τους στρατιώτες του στη μάχη. Τους είπε, «έχω παιδιά, κάντε ό,τι θέλετε», πήρε το τζιπ με τον ασύρματο και γύρισε πίσω. Αποτέλεσμα; Ολος ο λόχος κηρύχτηκε προσωρινά αγνοούμενος. Ενας βετεράνος διαβιβαστής μού επιβεβαίωσε το συγκεκριμένο περιστατικό. Ο συγκεκριμένος αξιωματικός έγινε υποστράτηγος κι εκπαιδευτής στη Σχολή Ευελπίδων. Οι στρατιώτες της ΕΛΔΥΚ έστειλαν πολλές αναφορές στο ΓΕΕΘΑ σχετικά με το περιστατικό αλλά αγνοήθηκαν.

Εμπειρίες

  • Μιλήσατε με βετεράνους, κάνατε έρευνα πραγματολογική; Παραθέτετε και μια μικρή βιβλιογραφία στο τέλος…

– Υπάρχουν δυο-τρεις σύνδεσμοι βετεράνων, οι οποίοι έχουν και κάποιες αντιπαλότητες μεταξύ τους – τα γνωστά ελληνικά φαινόμενα. Ομως δεν απευθύνθηκα στα προεδρεία των συνδέσμων, αλλά σε κάποιους ανθρώπους που είχαν τέτοιες εμπειρίες. Συναναστρεφόμουν βετεράνους της Κύπρου από παλιά, αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει το δράμα τους. Σιγά σιγά άρχισα να μπαίνω στην ψυχολογία τους. Εχω συναντήσει συναδέλφους δικηγόρους που πολέμησαν, ανθρώπους καθ’ όλα φυσιολογικοί μέσα στο δικαστήριο, στη δουλειά τους, στην όλη συμπεριφορά τους. Οταν όμως η συζήτηση πήγαινε στο Κυπριακό, ξέφευγαν τελείως κι έλεγαν απίθανα πράγματα. Ακουγα τις διηγήσεις τους, αλλά η πολύχρονη εμπειρία μου ως δικηγόρου με βοήθησε να μπορέσω να ξεχωρίσω τι μπορεί να είναι πραγματικό και τι φαντασία. Ως δικηγόρος οφείλεις να λαμβάνεις υπόψη σου τα γεγονότα και των δύο πλευρών, κι αυτή μου η εμπειρία μέτρησε εδώ.

  • Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι και αυτός δικηγόρος, κι έχει ένα σκοτεινό μυστικό από τη θητεία του στην Κύπρο…

– Ναι, είναι αυτή η αντίφαση: συγκροτημένη προσωπικότητα, επιτυχημένος και επώνυμος δικηγόρος, πρόεδρος συνδέσμου που διοργανώνει συνέδριο στην Κύπρο όπου συμμετέχουν και Τούρκοι βετεράνοι. Αλλά ο άνθρωπος αυτός κρύβει ένα σκοτεινό μυστικό που αποκαλύπτεται στο τέλος, μέσα από την υπαρξιακή κρίση που περνάει. Αυτό το υπαρξιακό ζήτημα βρίσκεται στον πυρήνα του βιβλίου. Δεν είναι ιστορικό ή πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά ένα κείμενο που μιλά για την υπαρξιακή αγωνία αυτών των ανθρώπων και κατ’ επέκταση ολόκληρης της χώρας.

Το δικό μας Βιετνάμ

  • Ενας από τους ήρωες του βιβλίου χαρακτηρίζει την Κύπρο το «δικό μας Βιετνάμ»…

— Ναι, πολλοί το πιστεύουν αυτό. Οπως πολλοί Αμερικανοί του Βιετνάμ, έτσι και Ελληνες της Κύπρου επέστρεψαν με ψυχολογικά προβλήματα, όπως επίσης με σοβαρά προβλήματα με ναρκωτικά…

  • Δεν ακούστηκε βετεράνοι, π.χ., του 1922 ή του ’40 ή και του Εμφυλίου να γύρισαν στα σπίτια τους με ψυχολογικά προβλήματα. Ηταν απλώς ταμπού τότε αυτή η συζήτηση;

– Οχι, δεν ήταν ταμπού αλλά με τους βετεράνους της Κύπρου συμβαίνει το εξής: Μπήκαν στον πόλεμο σαν υπνοβάτες. Ηταν ένας σκληρός αλλά ολιγοήμερος πόλεμος. Μετά επέστρεψαν σε μια Ελλάδα που ζούσε το μεθύσι της μεταπολίτευσης, σε μια Ελλάδα με κάποια ευμάρεια, ειδικά σε σχέση με το 1922 ή το 1940-49. Οπως γράφω στο βιβλίο, «η μελαγχολία θέλει ραχάτι». Οσοι γύρισαν από τη Μικρά Ασία και το Αλβανικό ή τον Γράμμο, μπήκαν αμέσως στη βιοπάλη, πεινούσαν, έπρεπε να φάνε. Επειτα, εκείνες οι γενιές ήταν ψημένες στον πόλεμο, στην Κατοχή, όλ’ αυτά ήταν μέσα στη ζωή τους. Για τη δική μου γενιά, ένας πόλεμος ήταν κάτι αδιανόητο και ειδικά για όσους πολέμησαν ήταν ένας πόλεμος σοκ. Γι’ αυτό και είχαμε και κάποιες αυτοκτονίες από βετεράνους της Κύπρου. Αλλά ψυχολογικά προβλήματα έχουν και πολλοί Τούρκοι βετεράνοι.

Αγριότητες στρατιωτώνΣτο βιβλίο θίγετε και μιαν άλλη ευαίσθητη πτυχή: τις ακρότητες που διέπραξαν Ελληνες στρατιώτες στην Κύπρο…

– Σε κάθε πόλεμο, κάθε στρατός κάποια στιγμή θα διαπράξει αγριότητες. Κάναμε πολλά τέτοια το ’22, όπως και το ’64, στους τουρκοκυπριακούς θύλακες στην Κύπρο. Αλλά τις μαζικές εκτελέσεις του ’64 τις έχουμε λίγο πολύ παραδεχθεί. Για εκείνες του ’74 δεν μιλάει κανένας. Κι όμως, εκτελέσαμε και γυναικόπαιδα σε κάποια χωριά, έως και μωρά δεκαέξι ημερών εκτελέσαμε. Είναι αυτά που λένε οι βετεράνοι μεταξύ τους αλλά που ποτέ δεν γράφονται. Και, όπως είπα, δεν υπάρχει στρατός σε πόλεμο που να μην έχει μερίδιο στην κτηνωδία.

  • Από την άλλη πλευρά, κάπου στο βιβλίο στηλιτεύετε την τάση σήμερα να μιλάμε για τα αίσχη που διαπράξαμε σε βάρος των άλλων, ότι αυτό είναι μια μόδα. Με δεδομένο ότι είστε ο συγγραφέας του «Ασημόχορτου», όπου πραγματεύεστε τον αφανισμό των Τσάμηδων, δεν είναι λίγο αντιφατικό;

– Αυτοσαρκάζομαι είναι η αλήθεια, όμως, σκεφτείτε ότι όταν εγώ έγραψα το «Ασημόχορτο» κανένας δεν μιλούσε γι’ αυτά τα πράγματα. Το ρίσκο ήταν μεγάλο, θα μπορούσε να θεωρηθεί αντεθνικό βιβλίο. Σήμερα, όλο αυτό γίνεται λίγο εκ του ασφαλούς, επικρατεί μια υπερβολή, μια μόδα που δεν ξεκινάει από κάπου βαθιά. Πάντως, σε αυτό το βιβλίο δεν λέω τίποτα διαφορετικό απ’ όσα λένε οι ίδιοι οι βετεράνοι κάθε φορά που τους θυμούνται στις επετείους και τους δίνουν λόγο στην τηλεόραση. Αυτό που επαναλαμβάνουν είναι ότι τους ξεχάσαμε. Κι έχουν δίκιο.

  • Εχουν κάποιοι από αυτούς διαβάσει το χειρόγραφο του μυθιστορήματος;
  • Οχι, δεν το έδωσα σε κανέναν και δεν ξέρω πώς θα αντιδράσουν. Νομίζω όμως ότι, τελικά, το βιβλίο τους δικαιώνει. Βέβαια, ο πρώτος στόχος μου ήταν αυτή η δικαίωση να έρθει διά της λογοτεχνικής οδού. Αλλιώς θα έγραφα απλώς ένα ντοκουμέντο.

Ποιος είναι

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γεννήθηκε το 1951 στο χωριό Γρανίτσα Ιωαννίνων. Φοίτησε στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης. Από το 1977 εργάζεται ως δικηγόρος στην Αθήνα. Εχει εκδώσει συνολικά εννέα βιβλία, τρία μυθιστορήματα, μία συλλογή διηγημάτων, μία συλλογή αφηγημάτων, μία ποιητική συλλογή και δύο ποιητικές συνθέσεις. Το τελευταίο του βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

  • Συνέντευξη στον Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009

Ασκηση ισορροπίας. Μεταξύ λαγνείας και αγάπης

  • Δημήτρης Νολλας: Ναυαγίων πλάσματα, εκδ. Κέδρος, σελ. 91


Το πρόσφατο βιβλίο του Δημήτρη Νόλλα, η νουβέλα με τον παπαδιαμαντικό τίτλο «Ναυαγίων πλάσματα» είναι μια καλοζυγιασμένη άσκηση ισορροπίας. Η νουβέλα ακροβατεί μέχρι τέλους σε ένα μεταίχμιο, σε ένα σύνορο: εκεί που συναντιούνται «τα αντίθετα που ζωντανεύουν τον κόσμο». Ολοι οι κεντρικοί χαρακτήρες του έργου αντιπαλεύουν σ’ αυτό ακριβώς το μεταίχμιο: Ο κεντρικός ήρωας Ρήγας ο Βολιώτης πέρασε από το όριο μεταξύ της λαγνείας και της αγάπης κυνηγώντας μια ισορροπία μεταξύ της ασφάλειας δύο εισοδημάτων: ενός δημοσιοϋπαλληλικού μισθού και μιας αλώβητης κτηματικής περιουσίας για να καταλήξει παγιδευμένος σ’ ένα αίσθημα ενοχής· στο μεταίχμιο μεταξύ της ανάληψη στους ουρανούς και της καταβύθισης στο εσωτερικό του σκοτάδι.

Ο οιονεί αφηγητής Ιγνάτιος ο Πωστονλέν διασχίζει, όπως οι περισσότεροι ήρωες, το όριο μεταξύ φωτός και σκότους καθώς είναι ένας τυφλός που διακρίνει σαν άλλος αρχαίος Μάντης την αλήθεια των πραγμάτων. Η Ασμάτ ακροζυγιάζεται στο ακρότατο όριο ενός γκρεμού, μεταξύ ζωής και θανάτου, περνώντας τελικά (άγνωστο πώς) από το φως και στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Υπολιμενάρχης Badman ή Κακάνθρωπος παλινωδεί μεταξύ της κακής του φήμης και της καλής του πράξης, ξεπέφτοντας από την αίγλη (το φως) που του προσπόριζε μια υψηλή δημοσιοϋπαλληλική θέση στο σκοτάδι μιας δημοσιοϋπαλληλικής σύνταξης.

  • Σωματικό τείχος

Οι μετανάστες σχηματίζουν ένα νοητό σύνορο, ένα «κυριολεκτικά σωματικό τείχος» μεταξύ ζωής και θανάτου, το οποίο οι ίδιοι είχαν προηγουμένως διασχίσει περνώντας από το σκοτάδι στο φως, για να εμποδίσουν τώρα τους επίδοξους μιμητές τους. Ο συγγραφέας είναι στριμωγμένος ανάμεσα στον Ρήγα τον Βολιώτη που το έπαθε και τον Ιγνάτιο τον Πωστονλέν που το αφηγήθηκε. Γράφει στο μεταίχμιο μεταξύ φωτός και σκοταδιού, αντισταθμίζοντας το εξωτερικό φως και το εσωτερικό σκοτάδι. Γράφει «μια αφόρητα φωτεινή μέρα» πίσω από «σκούρες βαριές κουρτίνες» πάνω «σε άγραφες σελίδες που με στράβωνε η λάμψη τους» για να καταλήξει να τραβήξει τις κουρτίνες «όταν κάποια στιγμή το έξω σκοτάδι άρχισε να συμπίπτει με το μέσα».

Ο Νόλλας χαράσσει την ιστορία του σαν να σκάβει μια κοίτη λέξεων, στη μισγάγκεια, στο όριο της συνάντησης των αντιθέτων, για να υποδεχθεί ένα ποτάμι που έπεται, ένα ερώτημα που θα φωτιστεί, παραμένοντας ωστόσο στη σκιά μετά την ολοκλήρωση της εκσκαφής, μετά το πέρας της ανάγνωσης. Το σύνορο, το μεταίχμιο εκείνο όπου τα πράγματα συγκρούονται, ισορροπούν ή διαπλέκονται με το αντίθετό τους αποτελεί τον βασικό άξονα της νουβέλας, που συνέχει όλα τα επίπεδα του έργου. Ακροπατώντας στο σύνορο εκείνο όπου ο νεκρός είναι εκείνος που σώθηκε από τον πνιγμό, όπου μια πιθανή αυτοκτονία ενδέχεται να είναι ένας συγκαλυμμένος φόνος, όπου ο ξένος αποδεικνύεται δικός μας άνθρωπος, το θύμα βιοπορίζεται ως θύτης, ο ναυαγός φτιάχνει τη ζωή του πλάι στο ανθρώπινο ναυάγιο, η ζωή και το όνειρο «διαρκώς συγχέονται τα δυο τους, εισβάλλοντας το ένα στο άλλο» και η νουβέλα του Νόλλα διαπλέκεται με ένα διήγημα του Χατζή, ο συγγραφέας κατορθώνει να μιλήσει αποφεύγοντας κάθε είδους απόφανση. Προσεγγίζει τους ήρωες, τις καταστάσεις, τις αιτίες, τις πράξεις, τη γραφή, τη ζωή, το νόημα κουβαλώντας τη γνώση της κβαντικής φυσικής, σύμφωνα με την οποία η πράξη της παρατήρησης επηρεάζει την παρατηρούμενη πραγματικότητα. Τα πράγματα δεν μένουν άθικτα όταν φωτιστούν ολόκληρα. Ο μοναδικός τρόπος να αφηγηθεί μια ιστορία που να μην είναι σκέτο παραμύθι, αλλά να κουβαλάει κάποια αλήθεια, είναι να αφηγηθεί μια ιστορία όπου το κάθε τι λούζεται κατά το ήμισυ στο φως και βυθίζεται κατά το ήμισυ στο σκοτάδι.

  • Του Σπυρου Γιανναρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009

Ο Κώστας Ταχτσής γοητεύει ακόμη. Η συναρπαστική ζωή ενός περίπλοκου ανθρώπου με την ευκαιρία της επανέκδοσης όλων των έργων του

  • Με το μοναδικό του μυθιστόρημα έκανε γκελ στις ψυχές των μικροαστών, ακριβώς όπως ο ίδιος o Kώστας Ταχτσής «έκανε γκελ στην άβυσσο», κατά τη διεισδυτική παρατήρηση του Γιάννη Τσαρούχη. Σαράντα επτά χρόνια μετά την κυκλοφορία του, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή εξακολουθεί να διαβάζεται, να συζητιέται, να γοητεύει, να εμπνέει, να προκαλεί. Αρχικά απορρίφθηκε από τους εκδότες, κυκλοφόρησε σε αυτοέκδοση το 1962, και άρχισε να γίνεται γνωστό μετά το 1970, όταν βρήκε στέγη στην εγκυρότητα των εκδόσεων «Ερμής». Εκείνη την εποχή, πολλοί από τους αναγνώστες του ήταν πολιτικοί κρατούμενοι της δικτατορίας.

Τώρα, ύστερα από πολύχρονη εκδοτική διαδρομή στις εκδόσεις «Εξάντας», «Το τρίτο στεφάνι» και τα υπόλοιπα βιβλία του Κώστα Ταχτσή θα κυκλοφορήσουν σε οριστική έκδοση, από τον «Γαβριηλίδη». Θα προηγηθεί το εμβληματικό «Τρίτο Στεφάνι», σε επίμετρο Μένη Κουμανταρέα, και θα ακολουθήσουν τα υπόλοιπα («Η γιαγιά μου η Αθήνα», «Τα ρέστα», «Το φοβερό βήμα», οι αριστοφανικές μεταφράσεις, τα δοκίμια, τα ποιήματα).

  • «Αλήτης και κύριος»

Η επανέκδοση των βιβλίων του μας καλεί να ξαναδούμε τον συναρπαστικό βίο αυτού του περίπλοκου ανθρώπου, που αφουγκράστηκε και κατέγραψε τη μικροαστική εποποιία της σύγχρονης Ελλάδας. Μια ζωή που θα μπορούσε από μόνη της να είναι ένα γοητευτικό μυθιστόρημα. Ο Ταχτσής χαρακτηρίστηκε ατίθασος, προκλητικός, εστέτ, γοητευτικός, ριψοκίνδυνος. Από τα παιδικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη, μέχρι την ειδεχθή δολοφονία του στο σπίτι του Κολωνού, τον Αύγουστο του 1988, έζησε σε σαλόνια και σε καταγώγια, έκανε δεκάδες επαγγέλματα, συναναστράφηκε με καλλιτέχνες, διανοούμενους και ανθρώπους του περιθωρίου. Λέει ο ποιητής Νάνος Βαλαωρίτης: «Η ζωή του Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει απ’ αυτήν το λουλούδι της μοναδικής γραφής. [...] Και παρ’ όλο που ήταν με κάποιον τρόπο αριστοφανικός, δεν ήταν ποτέ παρωδικός. Παρωδία ήταν η ζωή του», Ηταν «αλήτης και κύριος», κατά την εύστοχη παρατήρηση του συγγραφέα Βαγγέλη Ραπτόπουλου.

Ο Κώστας Ταχτσής γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927 και ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο συγγραφέας ήταν επτά ετών κι εκείνος μεγάλωσε με τη γιαγιά του στην Αθήνα, που αργότερα έγινε μεγάλη συζήτηση ότι από εκείνη δανείστηκε την περσόνα της Εκάβης. «Μεγάλωσα στην Αθήνα με μια βασανισμένη, μισότρελη γιαγιά, που διαμόρφωσε καθοριστικά τον ψυχισμό μου», έλεγε αργότερα σε συνεντεύξεις του. Γράφτηκε στη Νομική Σχολή, αλλά δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του. Το 1947 κατατάχτηκε στον στρατό και έφτασε στον βαθμό του ανθυπολοχαγού. Κατόπιν εργάστηκε ως γραμματέας του Αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό εργοστάσιο του Λούρου. Στο διάστημα 1954 - 1956 ασχολήθηκε με τα μαθήματα αγγλικών και μετά άφησε την Ελλάδα μέχρι το 1964. Οσα χρόνια έζησε στο εξωτερικό έκανε διάφορα επαγγέλματα: ναυτικός, βοηθός σκηνοθέτη, μάνατζερ, πωλητής σε εμπορικό και σιδηροδρομικός υπάλληλος. Ηδη είχε εμφανιστεί στα γράμματα από το 1951 με την ποιητική συλλογή «Ποιήματα». Ακολούθησαν άλλες τέσσερις συλλογές με γνωστότερες τη «Συμφωνία του Μπραζίλιαν» (1954) και το «Καφενείο το Βυζάντιο» (1956). Αυτή την περίοδο γνωρίζεται και κάνει παρέα με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Ανδρέα Εμπειρίκο και Γιάννη Τσαρούχη. Με τον τελευταίο υπήρχε μια πολύχρονη σχέση αγάπης και μίσους. «Ε, η γενιά μου έμαθε απ’ αυτόν, περασμένα μέσα από το φίλτρο της ιδιοσυγκρασίας και της ιδιοφυϊας του, όσα δεν προλάβαμε, λόγω ηλικίας, να μάθουμε από πρώτο χέρι», θα πει αργότερα ο Ταχτσής.

  • «Το τρίτο στεφάνι»

Οσο ήταν στο εξωτερικό γράφει «Το τρίτο στεφάνι», που όμως δεν θα βρει εκδότη και θα αναγκαστεί να το εκδώσει με δικά του χρήματα. Ο ίδιος ο Ταχτσής έχει πει σε συνεντεύξεις του ότι λίγο πριν από τη δικτατορία το είχε ζητήσει ο Μίμης Δεσποτίδης για να το εκδώσει στο «Θεμέλιο». Το αντίτυπο κατασχέθηκε μαζί με τα υπόλοιπα, από τη δικτατορία. Πριν από τη δικτατορία εντάσσεται στην παρέα του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Πάλι» με τον Νάνο Βαλαωρίτη, τον Αλέξη Ακριθάκη, τον Γιώργο Μακρή κ.ά. Το ίδιο διάστημα εργάζεται ως διερμηνέας και κάνει τις μεταφράσεις του. Στη διάρκεια της χούντας υπογράφει τη «Δήλωση των 18» και διώκεται. Το 1972 κυκλοφόρησαν «Τα ρέστα» και το 1979 μια συλλογή αυτοβιογραφικών κειμένων «Η γιαγιά μου η Αθήνα». Υπερασπίστηκε δημόσια τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, όντας ο ίδιος ομοφυλόφιλος και τραβεστί. Τον βρήκε νεκρό στο σπίτι του στον Κολωνό η αδελφή του στις 27 Αυγούστου 1988. Είχε στραγγαλιστεί. Η δολοφονία δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.

  • «Κινδυνεύει από την τηλεόραση»

Στο επίμετρο που ο Μένης Κουμανταρέας έγραψε ειδικά για την επανέκδοση του βιβλίου (απ’ όπου η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα), επωμίζεται την ευθύνη να συνοψίσει τοn ρόλο που το «Τρίτο στεφάνι» έπαιξε στις συνειδήσεις των αναγνωστών μιας ολόκληρης 40ετίας αλλά και να συστήσει το βιβλίο στους νέους αναγνώστες. Ξεκινά με τη γνωριμία του, το 1961, με το «Τρίτο στεφάνι» στα γραφεία της εφημερίδας «Μεσημβρινή» της Ελένης Βλάχου και εν συνέχεια αναφέρεται στην κριτική που έγραψε στη βραχύβια εφημερίδα «Νίκη» του Μάριου Πλωρίτη. Ο ίδιος ο Ταχτσής του είπε χρόνια αργότερα χαρακτηριστικά: «Είσαι ο πρώτος που έγραψε για το βιβλίο και το κατάλαβε».

Εν συνεχεία, ο Μένης Κουμανταρέας αναλύει σε τι συνίστατο η πρωτοτυπία του βιβλίου στην εποχή του και τι αιρετικό περιείχε: «Ποτέ πριν στη νεοελληνική λογοτεχνία ένα μυθιστόρημα δεν χρησιμοποίησε την προφορικότητα στη γραφή και το καθημερινό ιδιόλεκτο μιας τάξης. Ο Ταχτσής είναι ο πρώτος που έκανε ύφος τη γλώσσα των μικροαστών. Είχε την ευφυΐα αλλά και το ταλέντο να το αναπαραγάγει σχεδόν θεατρικά. Με την υπερβολή που διέκρινε και τον ίδιο (και χωρίς υπερβολή δεν κάνει κανείς τέχνη), αλλά και τη σοφία να ξέρει τι θ’ αφήσει και τι θα πετάξει απ’ αυτό το υλικό. Οταν κάποτε ρώτησα τον Τ. γιατί δεν γράφει ένα νέο μυθιστόρημα, με κοίταξε λυπημένα και μου είπε: “Τρέμω να ξαναπεράσω αυτά που πέρασα με το “Τρίτο στεφάνι”. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί τι μου κόστισε αυτό το βιβλίο. Το έχω πληρώσει με τη μισή μου ζωή”».

Γράφει παρακάτω ο Κουμανταρέας: «Οσοι εκ των υστέρων επιχείρησαν να μιμηθούν το ύφος του Ταχτσή έσπασαν τα μούτρα τους. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπόλιασε την κατοπινή πεζογραφία με το παράδειγμά του. Απελευθέρωσε τους νεότερους πεζογράφους από τα δεσμά της καλλιγραφίας και της φιλολογίτιδας. Και σαν τέτοιους θεωρώ πρώτους και καλύτερους τους πεζογράφους της γενιάς του ’80». Για να καταλήξει: «Σήμερα το “Τρίτο στεφάνι” δεν κινδυνεύει τόσο από τους λόγοτέχνες, τους κριτικούς ή αυτούς που επιμένουν να ανασκαλεύουν τα προσωπικά του. Τη σαπουνόπερα της ζωής του. Κινδυνεύει από την τηλεόραση, τον τρόπο που τα σίριαλ χρησιμοποιούν την ίδια μικροαστική γλώσσα, που αυτός πρώτος εφηύρε».

  • Σύγχρονη ελληνική (ιλαρο) τραγωδία

Δύο λαϊκές γυναίκες πρωταγωνιστούν στο «Τρίτο στεφάνι». Η Εκάβη και η Νίνα, οι οποίες με άμεση και καθημερινή γλώσσα, στοχάζονται όσα έζησαν και όσα τους άγγιξαν από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία και διηγούνται όσα πέρασαν, κυριολεκτικά, από πάνω τους. Κυρίως όμως τη διηγούνται σε μια γλώσσα «καθημερινή, ρέουσα, ανθρώπινη και οικεία, χωρίς αφέλειες και υπεραισιοδοξίες, βουτηγμένη στα βάσανα και τους καημούς του κόσμου. Απλά, ζεστά, απελευθερωμένα ελληνικά που μετέφεραν στον αναγνώστη γεύσεις, τοπία, εσωτερικές ατμόσφαιρες, ενέργειες, δραματικά γεγονότα περιχαρακωμένα με χιούμορ, πικρά όνειρα, προσπάθειες επιβίωσης, θρήνους και χαρές, χωρίς να το επιδιώκουν». (Γιώργος Μανιώτης). Ενα βιβλίο «αγέραστο και φρέσκο» (Αλέκος Φασιανός).

Πρόκειται για «μια γερή και καθολική σύνθεση της λίγο περασμένης νεοελληνικής ζωής, καμωμένης όμως από έναν άνθρωπο των ημερών μας», όπως σημείωσε ο Γιώργος Ιωάννου. Μια «σύγχρονη ελληνική (ιλαρο)τραγωδία», όπως έγραψε ο ίδιος ο σύγγραφέας του «Τρίτου στεφανιού».

  • Δρόμος με αγκάθια

Ενα βιβλίο που μπορεί σήμερα να θεωρείται πλέον απ’ όλους ως ένα από τα σημαντικότερα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, δεν ήταν όμως εξαρχής ο δρόμος του στρωμένος με ρόδα. Στην Ελλη Αλεξίου χρεώνεται η φράση «δυο γυναίκες συζητάνε για την ιστορία πάνω από μπουγαδόνερα». Ο Ταχτσής θα πει αργότερα: «Το έβγαλα λοιπόν με δικά μου έξοδα και πέρασε απαρατήρητο. Χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια για να φτάσει στο κοινό. Επί χούντας, το ’70, αρχίζει να γίνεται γνωστό μέσα από τις φυλακές. Οι γυναίκες των πολιτικών κρατουμένων αναζητούν ευχάριστα βιβλία για τους άντρες τους. Εκείνοι πάλι έχουν όλο τον καιρό στη διάθεσή τους. Το ανακαλύπτουν και στη συνέχεια το συνιστούν». Δεν ήταν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Κριτικές για το «Τρίτο στεφάνι» είχαν γραφτεί σχεδόν αμέσως μετά την πρώτη έκδοση, αν και όχι όλες ενθαρρυντικές. Οσο για τη μεταφραστική του διαδρομή κι αυτή υπήρξε περιπετειώδης.

Στα αγγλικά το μετέφρασε η Καίη Τσιτσέλη, όμως το βιβλίο δεν κινήθηκε και τελικά πολτοποιήθηκε. Στη Γαλλία, όπου κυκλοφόρησε σε μετάφραση Ζακ Λακαριέρ, είχε καλύτερη πορεία.

Και οι λόγοι της διαχρονικής του επιτυχίας; Ας αφήσουμε να απαντήσει ο ίδιος ο Ταχτσής: «Πρώτον είναι αυτό που λένε “αρχετυπικό”. Εκφράζει και θα εκφράζει για πολύ καιρό ακόμα τον ψυχισμό του Ελληνα. Τις οικογενειακές δομές. Τις σχέσεις των δύο φύλων σε μια κοινωνία που παραμένει φαλλοκρατική. Η ένταξη της γυναίκας στην παραγωγή είναι απλώς μια δεύτερη σκλαβιά. Και ή μένει γυναίκα και το υπομένει ή ευνουχίζει ψυχικά τον άντρα και το πληρώνει με υστερία».

  • Το έπος του μικροαστισμού

«Με το “Τρίτο στεφάνι” ο Κώστας Ταχτσής κατόρθωσε να δώσει λόγο και αξιοπρέπεια στον συγχυσμένο και εν πολλοίς ανυπόληπτο μικροαστικό κόσμο της μεταπολεμικής Ελλάδας», λέει στην «Κ», ο Τάκης Καγιαλής, αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. «Αποτύπωσε πειστικά, αλλά συγχρόνως εξευγένισε και μυθοποίησε, την ψυχική δυναμική και το ιστορικό βάθος αυτού του μητριαρχικού κόσμου. Η επιτυχία που γνώρισε το έργο στα χρόνια της μεταπολίτευσης δείχνει ότι η κοινωνία στην οποία απευθύνθηκε το είχε ανάγκη: ο Ταχτσής της πρόσφερε κάθαρση και μνημείωση, το έπος του μικροαστισμού της. Από την άλλη μεριά, το γεγονός ότι το μυθιστόρημα δεν δείχνει να παλιώνει δεν οφείλεται μόνο στις αδιαμφισβήτητες λογοτεχνικές του αρετές, αλλά και στην εντυπωσιακή ανθεκτικότητα του ηθικού και ψυχικού τοπίου που απεικονίζει. Μισό αιώνα ύστερα από την πρώτη τους εμφάνιση, και ενώ η μικροαστική Ελλάδα συνεχίζει να μεταμορφώνεται χωρίς να αλλάζει, οι παραληρηματικές αφηγήσεις του Ταχτσή εξακολουθούν να ιστορούν το ήθος της καταγωγής μας», συμπληρώνει.

  • Της Ολγας Σελλα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009

ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΤΗΣ ΕΣΗΕΑ: Συνέδριο με θέμα «Η Ποίηση σήμερα»

Το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων οργανώνουν συνέδριο με θέμα «Η Ποίηση σήμερα», αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη με αφορμή την παρέλευση είκοσι ετών από τον θάνατό του.

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα «Γεώργιος Καράντζας» της ΕΣΗΕΑ την Παρασκευή 8 και το Σάββατο 9 Μαΐου, με τη συμμετοχή δεκάδων εισηγητών. Μεταξύ των ενοτήτων θα υπάρχουν απαγγελίες ποιητών μας.

Οι ενότητες του συνεδρίου είναι οι εξής:
Εισαγωγική:Ο Λειβαδίτης όπως τον γνώρισα
1. Ποίηση και φιλοσοφία
2. Ποίηση και ιστορία
3. Ποίηση και μουσική
4. Οι νέοι και η ποίηση
5. Ποίηση, επιστήμη, τεχνολογία
6. Ποίηση και άλλες τέχνες
7. Η ποίηση στα ΜΜΕ
8. Ποίηση και ηλεκτρονικά ΜΜΕ

Αποστέλλεται συνημμένα και το πλήρες πρόγραμμα του Συνεδρίου.

Θερμή παράκληση για την ευρύτερη δυνατή δημοσιοποίηση.

Πληροφορίες: Γραμματεία Μορφωτικού Ιδρύματος ΕΣΗΕΑ – τηλ 210 3675430


Π Ρ Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α

Παρασκευή, 8 Μαΐου
10.30 - Έναρξη
Προεδρείο: Βασίλης Βασιλικός, Γιώργος Δουατζής, Απόστολος Μπενάτσης,

Εναρκτήριες Ομιλίες
Γιατί Συνέδριο για την Ποίηση, Βασίλης Βασιλικός, συγγραφέας
Γιατί αφιέρωμα στον Τάσο Λειβαδίτη, Απόστολος Μπενάτσης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Αθηνών, Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος

Χαιρετισμοί
- Εκπρόσωπος του Αρχιεπίσκοπου Αθηνών & Πάσης Ελλάδος κ.κ. Ιερώνυμου
- Υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς
- Πρύτανης Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Ιωάννης Γεροθανάσης
- Πρόεδρος Μορφωτικού Ιδρύματος Ε.Σ.Η.Ε.Α. Πάνος Σόμπολος

11.15 - Εισαγωγική ενότητα: Ο Λειβαδίτης όπως τον γνώρισα
- Διαβάζοντας, μεταφράζοντας, μελετώντας τον Τάσο Λειβαδίτη, Σόνια Ιλίνσκαγια, Ομότιμη Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
- Λειβαδίτης – ταύτιση έργου και ζωής, Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος
- Ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης, Γιώργος Μαρκόπουλος, ποιητής
- Η συνεχής επιστροφή του Τάσου Λειβαδίτη, Τίτος Πατρίκιος, ποιητής
- Τελευταίος σταθμός ή τα χειρόγραφα του χειρουργείου, Μανόλης Πρατικάκης, ποιητής
- Συντονιστής: Απόστολος Μπενάτσης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

12.15 Προβολή εκπομπής «Τάσος Λειβαδίτης»
της Λίλας Κουρκουλάκου από τη σειρά της ΕΡΤ «Οι ποιητές μας»

12.45 Τέλος πρωινής συνεδρίας – Δεξίωση

* * * * * *
14.00 - Ενότητα 1: Ποίηση και Φιλοσοφία
Ο Γιώργος Χρονάς απαγγέλλει το ποίημά του Πάρμα από τη συλλογή του Τα ποιήματα 1973-2008 (εκδ. Οδός Πανός, 2008)
- Λυρική εμπειρία και λυρική συνείδηση, Βαγγέλης Αθανασόπουλος, Καθηγητής Συγκριτικής Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών,
- Όταν η ποίηση κοιτάει τον ήλιο, Κωνσταντίνος Αλυσσανδράκης, Αστροφυσικός, Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Βουλευτής
- Ποίηση: ο σαββατισμός της ζωής, Μάριος Μπέγζος, Καθηγητής Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
- Μαρξισμός και ποίηση: Η λειτουργία της αντανάκλασης, Δημήτρης Γουνελάς, Αναπληρωτής Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ.
- Η καταγωγική περιοχή της ποιήσεως ως φιλοσοφικός στοχασμός, Στέφανος Ροζάνης, δοκιμιογράφος, διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
- Από το χάος στη μορφή, Νίκος Σταμάτης, ποιητής, συγγραφέας
Συντονιστής: Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Γιάννης Κοντός απαγγέλλει το ποίημά του Πορτρέτο ανδρός με άσπρη μπλούζα από τη συλλογή του Ηλεκτρισμένη πόλη (εκδ. Κέδρος, 2008)

15.30 Ενότητα 2: Ποίηση και Ιστορία
Ο Θανάσης Νιάρχος απαγγέλλει το ποίημά του Φωτιές τ’ Άι- Γιάννη από τη συλλογή 24 νυχτερινά τραγούδια (1968)

- Ποίηση και Ιστορία: Το παράδειγμα της Πρώτης Μεταπολεμικής Γενιάς, Βίκυ Πάτσιου, Καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
- Αραβική ποίηση της ματαιότητας και της ελευθερίας, Ελένη Κονδύλη, Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών
- Οι Ποιητές στην Πολιτεία, Γεωργία Λαδογιάννη, Επίκουρη Καθηγήτρια Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
- Δυο "καταραμένοι" ποιητές: Κ. Γ. Καρυωτάκης – Γιωσέφ Ελιγιά, Ελένη Κουρμαντζή, Λέκτορ Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
- Συντονιστής: Θανάσης Αντωνόπουλος, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ απαγγέλλει το ποίημά της Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα από την ομώνυμη συλλογή (εκδ. Καστανιώτης, 2005)

* * * Διάλειμμα * * *

17.15 Ενότητα 3: Ποίηση και Μουσική
Ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης απαγγέλλει το ποίημά του Καλοί άνθρωποι από την ομώνυμη συλλογή (υπό έκδ. Ίνδικτος, 2009)
- Χρειάζεται η Ποίηση τη Μουσική; Έχει ανάγκη η Μουσική την Ποίηση; Γιώργος Ανδρέου, συνθέτης
- Τραγούδι: το ποίημα του δρόμου, Θοδωρής Γκόνης, ποιητής, σκηνοθέτης
- Στίχος και ποίηση στο ελληνικό τραγούδι – ομοιότητες και διαφορές, Οδυσσέας Ιωάννου, στιχουργός, παραγωγός ραδιοφώνου
- Η διαλεκτική ποίησης και μουσικής από την πλευρά της συνθετικής διαδικασίας, Δρ Αικατερίνη Καραμεσίνη, συνθέτρια
Συντονιστής: Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Σπύρος Κατσίμης απαγέλλει το ποίημά του ‘Το ραντεβού από τη συλλογή Ο μετανάστης (εκδ. Γαβριηλίδης, 2004)
18.20 Η φωνή του Τ. Λειβαδίτη – «Το ερωτικό»

18.30 - Ενότητα 4: Οι νέοι και η Ποίηση
O Στρατής Πασχάλης απαγγέλλει το ποίημά του Άουσβιτς από τη συλλογή Εποχή παραδείσου (2008).
Η απέραντη νεότητα του ποιητικώςς ζην., Νικόλας Ευαντινός, φιλόλογος, ποιητής
- Συνομιλία με την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, Δήμητρα Παπαϊωάννου, Δίπλωμα Ειδίκευσης Νέας Ελληνικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
- Νάρκισσος και αυτομαστιγούμενος λόγος: από τον κίνδυνο στον τρόπο να κινδυνεύουμε, Αριστέα Παπαλεξάνδρου, ποιήτρια
- Ποίηση και Τέχνη: το παράδειγμα του Μιχαήλ Άγγελου, Λαμπρινή Μπενάτση, Ιστορικός Τέχνης, Master of Arts University of Essex
Συντονιστής: Γιώργος Λεονάρδος, συγγραφέας, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Μιχάλης Γκανάς απαγγέλλει το ποίημά του Και ιδού ίππος πυρρός από τη συλλογή Άψινθος (υπό εκδ. Κατσανιώτης)

Τέλος Α’ ημέρας
* * * * * *

Σάββατο, 9 Μαΐου
10.00 - Ενότητα 5: Ποίηση, Επιστήμη, Τεχνολογία
Η Λίνα Στεφάνου αππαγγέλλει ένα ποίημα από τη συλλογή της Στον κήπο με τις σαλαμάνδρες (εκδ. Μελάνι, 2008)
- Ποίηση και ηλεκτρονική τεχνολογία: αναζητώντας το δακτυλικό αποτύπωμα του ύφους, Ερατοσθένης Καψωμένος, Oμότιμος.Kαθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
- Ποίηση και Δημόσια Διοίκηση, Ζέτα Ασίκογλου, Διεθνές Κέντρο «Σταύρος Νιάρχος», Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
- Συνάντηση Ποίησης και Θεωρίας: μια νέα πρόσληψη, Απόστολος Μπενάτσης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Συντονιστής: Γιώργος Μωραϊτίνης, δημοσιογράφος, Γεν. Γραμματέας Μορφωτικού Ιδρύματος Ε.Σ.Η.Ε.Α.
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Γιώργος Πήττας απαγγέλλει το ποίημά του Ο δύων ανατέλλων από τη συλλογή Ο δύων ανατέλλων και η πανσέληνος βροχή (εκδ. Νέα Σύνορα-Λιβάνης, 2000)

11.15 - Ενότητα 6: Ποίηση και άλλες Τέχνες
Ο Γιώργος Βέης απαγγέλλει το ποίημά του Πρωτάθλημα, από τη συλλογή Λεπτομέρειες Κόσμων (εκδ. Ύψιλον, 2006)
Ποίηση και Καλές Τέχνες – Μια σημειολογική ματιά, Αλέξανδρος Λαγόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Α.Π.Θ, Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών
- Η ποίηση στον κινηματογράφο, Δήμος Αβδελιώδης, σκηνοθέτης
- Το ποιητικό θέατρο, Kώστας Γεωργουσόπουλος, φιλόλογος, κριτικός θεάτρου,
- Συναισθησία. Ένα παράδειγμα, Μαρία Μαραγκού, δημοσιογράφος, κριτικός τέχνης. Πρόεδρος του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών και Ιστορικών Τέχνης.
Συντονιστής: Γιάννης Κορίδης, ποιητής, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Μανόλης Πρατικάκης απαγγέλλει το ποίημά του Ο τόπος μου από τη συλλογή Αφημένα ήσυχα στη χλόη (εκδ. Γαβριηλίδης, 1999)

* * * Διάλειμμα * * *

13.00 Ενότητα 7. Η Ποίηση στα ΜΜΕ
Ο διευθυντής του περιοδικού «Ποιητική» και μεταφραστής, Χάρης Βλαβιανός απαγγέλλει το ποίημά του Το ποίημα του Βερμέερ από τη συλλογή Διακοπές στην πραγματικότητα (Πατάκης, 2009)
- Η ποίηση, ο καθημερινός και περιοδικός, δημοσιογραφικός Τύπος, Τάσος Γουδέλης, πεζογράφος, κριτικός, συνεκδότης περιοδικού «Το Δέντρο»
- Τα ίχνη της ποίησης στον περιοδικό Τύπο, Σταύρος Ζουμπουλάκης, διεύθυντης του περιοδικού «Νέα Εστία»
- Μεταξύ ορατού και αοράτου, Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος,
- Η ποίηση στον Τύπο. Ο Τύπος στην ποίηση, Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, κριτικός
Συντονίστρια: Φανή Πετραλιά, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Κώστας Μαυρουδής απαγγέλλει το ποίημά του Χειμώνας από τη συλλογή Τέσσερις εποχές (υπό έκδοση)

14.15 - Ενότητα 8: Ποίηση και Ηλεκτρονικά ΜΜΕ
Ο Γιώργος Μαρκόπουλος απαγγέλλει το ποίημά του Εκείνος ο γέροντας, από τη συλλογή του Μη σκεπάζεις το ποτάμι (Κέδρος 1998)
- «Poeticanet» ένα σκάφος γεμάτο ποίηση διαπλέει το διαδίκτυο, Ιωσήφ Βεντούρας, διεύθυντης του ηλεκτρονικού περιοδικού Poeticanet
- Η διαδικτυακή γλώσσα της ποίησης: από το χαρτί στην ιστοσελίδα, Βασίλης Μανουσάκης, διδάσκων Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, Μεταφραστής, συνεργάτης του ηλεκτρονικού περιοδικού Poema
- Ενας διαδικτυακός κόσμος γεμάτος στίχους, Ρίτσα Μασούρα, δημοσιογράφος - μπλόγκερ
- Η ποίηση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και ο ρόλος του διαδικτύου, Γιάννης Παππάς, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Πατρών, Δ/ντής του ηλεκτρονικού περιοδικού Δι@πολιτισμός
- Η διαρκής εφημερία της ποίησης στα μπλογκ, Σωτήρης Παστάκας, ποιητής, δημιουργός του ποιείν.gr
Συντονιστής: Κώστας Μπετινάκης, δημοσιογράφος
Συζήτηση – Παρεμβάσεις
Ο Γιώργος Μπλάνας απαγγέλλει το ποίημά του Στρατηγός από τη συλλογή Η απάντησή του (εκδ. Νεφέλη, 2000)
Τέλος Συνεδρίου

ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Γιώργος Δουατζής, ποιητής, δημοσιογράφος
Απόστολος Μπενάτσης, Απόστολος Μπενάτσης, Επίκουρος Καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Παντελής Μπουκάλας, δημοσιογράφος

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ: ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ - με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του


  • Το επόμενο τεύχος του ΔΕΝΤΡΟΥ (Νο 169-17ο) πρόκειται να φιλοξενήσει ένα πολυπρισματικό και ενδιαφέρον αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Με το δημιουργό της Τέταρτης διάστασης συμπληρώνεται ο κατάλογος των σημαντικών ονομάτων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, των οποίων το έργων απασχόλησε ορισμένα αφιερώματα του «Δ». Στο παρόν αφιέρωμα επιχειρείται μια ιδιαίτερη προσέγγιση στην πληθωρική αυτή μορφή των γραμμάτων μας, με παλιά και νέα κείμενα τα οποία φωτίζουν ένα έργο πολυδύναμο και σύνθετο.
  • Ανάμεσα στις υπογραφές των συγγραφέων που φιλοξενούνται στο συγκεκριμένο τεύχος διακρίνουμε αυτές των: Αντρέα Καραντώνη, Άλκη Θρύ­λου, Τάκη Σινόπουλου, Αλέξη Αργυρίου, Κώστα Γεωργουσόπουλου, Βασίλη Βασιλικού, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Βαγγέλη Χατζηβασιλείου, Τηλέμαχου Χυτήρη, Θάνου Μικρούτσικου, Χρήστου Λεοντή, Μιχάλη Μερακλή, Γιάννη Κοντού, Σόνιας Ιλίνσκαγια, Έλλης Φιλοκύπρου, Έρης Ρίτσου, Γιάννη Κακουλίδη κ.ά. Επίσης φιλοξενούνται άγνωστα, εξαιρετικά ενδιαφέροντα, γράμματα του Γιάννη Ρίτσου προς τον Τίτο Πα­τρίκιο που βρισκόταν εξόριστος στον Άη-Στράτη, το 1952.
  • Την ύλη του τεύχους συμπληρώνουν ποικίλα κείμενα των Εμίλ Ζολά, Πάκο Ιγνάθιο Τάιμπο ΙΙ, Γιόζεφ Μπρόντσκι, Ρόμπερτ Μούζιλ κ.ά.
  • Το αφιέρωμα συνοδεύεται από ένα CD με απαγγελίες. 15 σύγχρονοι ποιητές διαβάζουν ποίηση του Γ. Ρίτσου. Οι ποιητές αυτοί είναι οι: Τίτος Πατρί­κιος, Μάνος Ελευθερίου, Γιάννης Κοντός, Γιώργος Χρονάς, Γιάννης Πατίλης, Μανόλης Πρατικάκης, Κώστας Μαυρουδής, Γιώργος Μαρκόπουλος, Τη­λέμαχος Χυτήρης, Γιάννης Κακουλίδης, Γιάννης Ευσταθιάδης, Γιώργος Βέης, Κώστας Παπαγεωργίου, Νάσος Βαγενάς, Παντελής Μπουκάλας.

Friday, May 1, 2009

Σώτη Τριανταφύλλου: «I dance through my life...»

  • Η Σώτη Τριανταφύλλου, συγγραφέας, μεταφράστρια και δημοσιογράφος, χορεύει συχνά ροκ-εν-ρολ, συμβαίνει όμως καμιά φορά να επιδοθεί σε μοναχικό ζεϊμπέκικο. Στο σπίτι της δεν μαγειρεύει ούτε ένα βραστό αυγό, τρεφόμενη «από την καλοσύνη των ξένων»
  • Kοντά στην εξώπορτα του σπιτιού της Σώτης Τριανταφύλλου είναι αραδιασμένα κάμποσα ζευγάρια γόβες στιλέτο. Το μαύρο πέτσινο μπουφάν είναι ακουμπισμένο σε ένα σκαμνί του πάγκου της κουζίνας, ενώ η Μέριλιν, διά χειρός Γουόρχολ, χαμογελά πολύχρωμη πάνω από ένα αγαλματάκι με τους Blues Brothers. Η κουλτούρα του ροκ-εν-ρολ είναι πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα στο διαμέρισμα της Σώτης, ένα βήμα από την πλατεία Εξαρχείων. Παλιά ήταν το ιατρείο των γονιών της. Πριν από κάμποσα χρόνια κάηκε από έκρηξη τηλεόρασης. «Γονική κατάρα...» λέει χαμογελώντας. Βιβλιοθήκες που στενάζουν από το βάρος, και δίπλα στη βεράντα με τα φυτά, το μεγάλο γραφείο με τον υπολογιστή -εκεί γράφει τα δημοσιογραφικά κομμάτια της και τα δεκάδες βιβλία της. Το τελευταίο, με τίτλο «Λίγο από το αίμα σου», από τις εκδόσεις Πατάκη, με μια γλαφυρή ιστορία που ξεκινάει από την αποικιοκρατική Αγγλία καταλήγοντας στην Κένυα, συζητήθηκε πολύ και ικανοποίησε τους θαυμαστές της.
  • Η Σώτη, λεπτή, ψηλή, με κοντό ξανθό μαλλί, είναι λίγο επιφυλακτική στην αρχή, αλλά μετά ξανοίγεται. Μιλά με αυτοπεποίθηση για τη ζωή της, με ήρεμες, σύντομες, έξυπνες φράσεις. Γεννημένη το 1957 στην Κυψέλη, έκανε νωρίς, από τα 13, την επανάστασή της. Η οικογένειά της, «αστική, αριστερή, κατατρεγμένη», πέρασε οδυνηρά χρόνια στη δικτατορία. «Το βίωσαν άσχημα. Δεν είχαν ούτε αυτοσαρκασμό, ούτε χιούμορ, ούτε ειρωνεία, αλλά μια κλάψα νεοελληνική, σε μεσοαστικό πλαίσιο...», λέει. «Ευτυχώς τους απογοητεύσαμε», συμπληρώνει, μιλώντας για τον μικρότερο αδελφό της και για την ίδια, που έφυγε οριστικά από το σπίτι στα 18 της.
  • Εκτοτε, η Σώτη είναι σε διαρκή, ανήσυχη κίνηση, δουλεύει πολύ και μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας, Παρισιού και Νέας Υόρκης, όπου έχει τρία σπίτια, και τρεις ζωές. Εχει περάσει από την ΚΝΕ («από την πρώτη μέχρι την τελευταία ημέρα δεν ήξερα γιατί βρισκόμουν εκεί», λέει), έχει σπουδάσει Φαρμακευτική, Αμερικανική Ιστορία και Γαλλική Φιλολογία, έχει διασχίσει τις ΗΠΑ κάμποσες φορές, μέσω της μυθικής «route 66», της διαπολιτειακής λεωφόρου που όργωσαν οι μπίτνικ και οι ροκάδες, και ποτέ της δεν παντρεύτηκε, ούτε έκανε παιδιά. Γιατί; «Γιατί το να κάνεις παιδιά είναι μια λειτουργία που ενθαρρύνεται από την κοινωνία, το κράτος και τη γενικότερη προπαγάνδα για το τι έχει νόημα και τι δεν έχει στη ζωή...»
  • Είναι αντεξουσιάστρια; «Οχι. Δεν κατεβαίνω καν σε διαδηλώσεις. Οταν ομαδοποιούμαστε, χάνουμε ένα κομμάτι από τον εαυτό μας -δεν έχω διάθεση να το κάνω αυτό. Και είμαι μάλλον άκακη, νομοταγής. Σέβομαι τον νόμο, ώσπου ν' αλλάξει...», διευκρινίζει. Ωστόσο, δηλώνει μετά παρρησίας «στρατευμένη άθεη» και δεν είναι λίγα αυτά που την εξοργίζουν: «οι λαοπλάνοι παπάδες, η περιρρέουσα βλακεία, η μισαλλοδοξία, οι εθνικιστές, η ξιπασιά, ο σκοταδισμός, οι άρρωστοι και ανόητοι άνθρωποι που μας κυβερνούν...»
  • Σε προσωπικό επίπεδο, η Σώτη είναι ευτυχισμένη: «Δεν ζητώ κάτι άλλο από τη ζωή -εξελίσσομαι ως άνθρωπος, έχω την υγεία μου, δημιουργικότητα και αγαπημένους φίλους». Γι' αυτήν η φιλία είναι η υψηλότερη αρετή, και η διατήρησή της μια «κοπιώδης καθημερινή εργασία». Αντιθέτως, ο έρωτας έχει πιο σύντομη ζωή κι επιπλέον συνοδεύεται από μια σειρά κοινωνικές παγίδες: γάμος, τεκνοποιία...

Προτάσεις βιβλίων από τη Σώτη Τριανταφύλλου
Της άρεσε πολύ το «Προδοσία και Εγκατάλειψη», από τις εκδόσεις Πόλις, της Σταυρούλας Σκαλίδη, που φαίνεται «ένα καινούργιο ταλέντο».
Ξαναδιάβασε την «Οδύσσεια», στη «μεγαλειώδη» μετάφραση του Αργύρη Εφταλιώτη.
Της άρεσε τόσο πολύ το «Μακρύ Σαββατοκύριακο στο Λονγκ Αϊλαντ», του Μαξ Φρις, ώστε το μετέφρασε για τις εκδόσεις Μελάνι.